Λογοτεχνικώς
Σε δάσος
Σε δάσος απόκρυφα χαμένη.
Γυμνή σε δάση σκοτεινά.
Το άρωμα μου μόσχο σκορπά.
Αμαδρυάδα εγώ πλανεύτρα.
Χυμώδης, υγρή από έρωτα,
Σε καλώ.
Κρυμμένη εγώ.
Βρες με.
Πίσω από ...
Μεγάλη περιοχή
Πώς να κοιτάξεις μια περιοχή της νύχτας που σέρνεται στο πάτωμα μπρούμυτα αλληθωρίζοντας στο στενό σανίδι; Σε μια φέτα σανιδιού μακρόστενη, γέλα αν μπορείς με γέλιο έστω νευρικό ...
Άνθιση
Είμαι σαν κλώνος μυγδαλιάς σε ποτήρι βυθισμένο στο ύδωρ.
Στην καρδιά μου μια αγάπη χαραγμένη.
Πέφτει πάνω μου ο ήλιος.
Ανθίζω.
Σκορπώ τ’αρώμα μου.
Στα χείλη μου φυτρώνουνε ...
Βλέμμα
Τα βλέμματα. Το μισό πρόσωπο. Από τη μέση και κάτω. Τα βλέμματα της άφιξης. Ύστερα της συνύπαρξης. Το πρωί με άπλυτα μάτια, πυρετικό βλέμμα, μισό στον ύπνο. Νευρική ...
Εν λευκώ
Η γυμνή καμπύλη του ώμου μου,
ανέγγιχτη χωρίς παρελθόν…
Στην χαρίζω…
Διάφανα μάτια.
Κόκκινα χείλη γεμάτα Βόσπορο…
Και λίγο από το κρασί της άγριας ομορφιάς μου…
Και ...
ανέγγιχτη χωρίς παρελθόν…
Στην χαρίζω…
Διάφανα μάτια.
Κόκκινα χείλη γεμάτα Βόσπορο…
Και λίγο από το κρασί της άγριας ομορφιάς μου…
Και ...
Επιστροφή στο Μαύρο
Κατάβαθη.
Υγρή.
Γυμνή.
Άσβεστη.
Στο μαύρο.
Ασάλευτα, αναζητώ το χαμένο.
Ηδονή.
Στον λαιμό μου,
Αφημένη η νύχτα.
Χυτή.
Γδυτό το κορμί μου ολάκερο.
Κι ο ήλιος κατάφωτος στο ...
Χωρίς εικόνες
Χωρίς λευκά περιθώρια να οριοθετούν την εκτύπωση, και με την αλλαγή ενός γράμματος μόνο, την εντύπωση που σου προκαλεί το αντικείμενο, όταν πρόκειται για υποκείμενο κιόλας: τι σχέση ...
Εαρινή Ηδονή
Το κορμί μου λαμπάδα χυτό,
Γυμνό στης άνοιξης την άφεση.
Δες με.
Τα μάτια σου να δούνε την γλύκα.
Σε ρουμπινί δειλινό,
Με κατάκορφο ήλιο,
Οι σάρκες μας ...
Γυμνό στης άνοιξης την άφεση.
Δες με.
Τα μάτια σου να δούνε την γλύκα.
Σε ρουμπινί δειλινό,
Με κατάκορφο ήλιο,
Οι σάρκες μας ...
Στο βάθος
Στο βάθος η θάλασσα καστανή και γαλανή, ταραγμένη και γαλήνια., όταν ακόμη δε φαινόταν δια γυμνού οφθαλμού όρθρου βαθέος. Τα μάτια της κάμπιες που κυματίζανε. Αφρός που σε ...
Ονειρεύομαι
Ονειρεύομαι.
Φαντάσου να ξάπλωνα δίπλα σου.
Να μύριζες τ’ άρωμα μου για πάντα.
Να αποκοιμιόσουν. Να μεθούσες.
Να αντίκριζες,
Τον ώμο μου να ξεχύνεται πλάι σου,
σαν ...




