Ξέχασα

Ξέχασα κι ύστερα θυμήθηκα. Έπειτα θυμήθηκα πάλι. Αλλά όχι αυτό που είχα πριν ξεχάσει. Ώσπου ένα πράσινο λεωφορείο πέρασε με μικρή ταχύτητα ξυστά από μπρος μου θυμόμουν τ’ όνομά μου. Τώρα νομίζω πως το έχω ξεχάσει. Ίσως όμως και να μην είναι αλήθεια κάτι τέτοιο. Ποιος μπορεί να ισχυριστεί πως θυμάται; Μήπως όλα δεν είναι ζήτημα μνήμης; Κι αν δεν τη χάσεις πώς θα την ξαναβρείς. Δεν είμαι σίγουρος πως το λεωφορείο που με προσπέρασε ήταν πράσινο, όπως είπα πριν. Αλλά τι σημασία μπορεί να έχει το χρώμα ενός λεωφορείου που κόντεψε να με σκοτώσει ή τ’ όνομά μου;

 Ίσως όλα να είναι θέμα λήθης. Ποιος δε θυμάται τη σχολική τιμωρία: «Να γράψετε 100 φορές: δεν θα ξαναμιλήσω στον διπλανό μου μέσα στην τάξη όταν η δασκάλα μας κάνει μάθημα»; Μήπως αυτό δεν ήταν μια άσκηση μνήμης ή μήπως καλλιγραφίας; Μπορεί και σεβασμού προς την εξουσία της έδρας, ίσως ηθικής, προφύλαξης από ένα μελλοντικό όμοιο ολίσθημα. Ό,τι και να ήταν  επρόκειτο για μια ανιαρή πράξη γραφής που η επανάληψη της ίδιας φράσης καθιστούσε τη φράση-απαγόρευση χωρίς νόημα. Κενή περιεχομένου. Μια αυνανιστική διαδικασία που δεν προσφέρει ηδονή. Μια επαναλαμβανόμενη κίνηση ενός εμβόλου που δεν πρόκειται ποτέ να εκτοξευθεί. Ένας ακρωτηριασμός μιας συχνής, επαναλαμβανόμενης  κοινότοπης αταξίας. Αυτό είναι και η μνήμη μια άσκοπη άσκηση επιβεβαίωσης.

Αντίθετα η λήθη είναι μια ανακουφιστική, χαώδης, άτακτη ανακούφιση. Ένα ξεφούσκωμα που δεν περιέχει τον παραμικρό  καταναγκασμό. Ένα κενό, χωρίς νόημα, χωρίς ευθύνες, οφειλές, χρέη.

Η μνήμη είναι ανακάλυψη των σχολαστικών, των υποχονδριακών, των μονομανών, των υστερικών. Μόνο η λήθη μπορεί να μας χειραφετήσει και εντέλει να μας απελευθερώσει.