Στο βυθό του χρόνου: Ο Βασιλιάς Υμπύ του Αλφρέ Ζαρρύ και το σκάνδαλο που προκάλεσε

«Κάθε πρωτοπορία είναι ρήξη με την αγέλη, είναι άρνηση της κοινής πειθαρχίας και συμπεριφοράς»

Μπέρναρντ Ντορτ

Όποιος βρισκόταν εκείνο το αξέχαστο βράδυ της 10ης Δεκεμβρίου του 1896 στο παρισινό Ταεάτρ ντε λ’ Έβρ του Λινιέ –Πο παρακολουθώντας την παράσταση του έργου του Αλφρέ Ζαρρύ  «Υμπύ ο Βασιλιάς» -που προκάλεσε σκάνδαλο εφάμιλλο εκείνου του «Ερνάνη» του Ουγκώ το 1830- θα τάχε χάσει αν πηγαίνοντας απληροφόρητος να δει μια κωμωδία για να διασκεδάσει έπεφτε πάνω σε κάτι που ναι μεν ήταν κωμικό-γκροτέσκα μάλιστα- αλλά μ’ έναν άλλο τρόπο απ’ αυτό που είχε συνηθίσει. Αλλά όταν ακούστηκε η πρώτη λέξη που εκστόμισε ο Υμπύ: Σκατά! έγινε πανδαιμόνιο, τόσο που οι επόμενες ατάκες («Ωραίο και τούτο περ- Υμπύ! Είσαι ένας μεγάλος κατεργάρης!») χάθηκαν μέσα στην οχλοβοή. Μικρό κακό. Δεν επρόκειτο για κανένα έργο με καλογραμμένους διαλόγους και υψηλές ιδέες. Μια φάρσα ήταν, ή ακριβέστερα μια παρωδία που είχε γράψει ένας 15χρονος νεαρός για να κάνει καζούρα στον καθηγητή του! Ο νεαρός λεγόταν  Αλφρέ Ζαρρύ [1873-1907] κι ο καθηγητής της Φυσικής που μισούσε κι ήταν ο περίγελως της τάξης, Εμπέρ.

Ποια όμως ήταν η υπόθεση του έργου που σκανδάλισε τόσο το κοινό και τοποθέτησε  το έργο στην πρωτοπορία, ενώ ο Μπρετόν του έδωσε μια θέση στην «Ανθολογία του Μαύρου Χιούμορ»:

Ένας εγωιστής αστός, μια καρικατουρίστικη φιγούρα που ορκίζεται στο κίτρινο βρακί του-αρχετυπική φιγούρα πούχει δραπετεύσει από έργο του Ραμπελαί-, ένας Φάλσταφ παρακινημένος από τη φιλόδοξη σύζυγό του σκοτώνει το βασιλιά της Πολωνίας και του αρπάζει το θρόνο, αλλά ηττάται από τον πολωνικό στρατό, κρύβεται σε μια σπηλιά όπου τον επισκέπτονται τα φαντάσματα των θυμάτων του. Αλλά στο τέλος ανοίγει πανιά για τη Γαλλία συνοδευόμενος από την αφόρητη σύζυγό του. Λίγος «Μάκβεθ» ανακατεμένος με λίγο «Ριχάρδο Γ’» που παλεύει με τη συνείδησή του, όπως υποστηρίζει ο Μάριος Πλωρίτης φιλοτεχνώντας το πορτραίτο του Ζαρρύ.

Η καταγωγή του Υμπύ είναι σίγουρα ένα συνονθύλευμα από διαφορετικές επιρροές κι ο Ζαρρύ, αυτός ο εκκεντρικός καταραμένος ποιητής, κατάγεται από τον Λωτρεαμόν και τον μαύρο «Μαλντορόρ του, όπως διατείνεται ο Μάρτιν Έσσλιν στο εμβληματικό «Θέατρο του Παράλογου», αλλά και από τους Βερλαίν, Ρεμπώ και Μαλλαρμέ.

 

Ο Γ. Μπ. Γέητς που παρευρισκόταν σ’ εκείνη τη σκανδαλώδη πρεμιέρα και τη θυελλώδη παράσταση αντιλήφθηκε σίγουρα πως αυτό το έργο σημάδευε στην καρδιά της πρωτοπορίας και το τέλος μιας εποχής που θα οδηγούσε γρήγορα στο σουρεαλισμό και τους σουρεαλιστές,  άλλωστε ο Ζαρρύ τους έμοιαζε ή μάλλον του έμοιαζαν σε υπερβολικό βαθμό.

«Οι ηθοποιοί υποτίθεται πως είναι κούκλες, παιχνίδια, μαριονέτες, και να που τώρα χοροπηδούν σα βατράχια ξύλινα κι ο πρωταγωνιστής αν και βασιλιάς κουβαλάει για σκήπτρο κάτι σαν σκούπα απ’ αυτές που μεταχειριζόμαστε για να καθαρίσουμε τις τουαλέτες», έλεγε ο Γέητς που ομολογεί πως εκείνο το βράδυ υπερασπίστηκε φωνάζοντας υπέρ του έργου, αλλά θεωρούσε πως ο Μαλλαρμέ, δάσκαλος της «λεπτής απόχρωσης» ήταν το άκρο αντίθετο του «άγριου Θεού» του «Υμπύ». Ωστόσο ο ίδιος ο Μαλλαρμέ, επίσης θεατής εκείνης της  βραδιάς συνεχάρη τον Ζαρρύ: «Μας δείξατε μια σπάνια λάμψη στ’ ακροδάχτυλά σας, μια θαυμάσια προσωπικότητα και την παρέα της και το κάνατε σαν ένας απόλυτα νηφάλιος θεατρικός γλύπτης. Ανήκει σε ρεπερτόριο εξαιρετικού γούστου και το όραμά του με στοιχειώνει».

Άλλος «μάρτυρας» εκείνης της επεισοδιακής πρεμιέρας, ο Άρθουρ Σίμονς, περιγράφει την εντύπωση που του προξένησε το σκηνικό: « Το σκηνικό ήταν έτσι ζωγραφισμένο που να δίνει την εντύπωση μιας παιδιάστικης σύλληψης, εσωτερικό κι εξωτερικό ταυτόχρονα, τροπική, εύκρατη και αρκτική ζώνη μαζί. Κατευθείαν μπροστά σου, στο βάθος της σκηνής, έβλεπες ανθισμένες μηλιές κάτω από έναν γαλανό ουρανό, και πάνω στον ουρανό, ένα μικρό σφαλιστό παράθυρο κι ένα τζάκι… που από το κέντρο του μπαινόβγαιναν σαν μπουλούκι τα κραυγαλέα και αιμοχαρή πρόσωπα του έργου. Στ’ αριστερά ήταν ζωγραφισμένο ένα κρεβάτι και στα πόδια του κρεβατιού ένα γυμνό δέντρο και χιόνι που έπεφτε. Στα δεξιά υπήρχαν φοινικόδεντρα… μια πόρτα που έβγαζε στον ουρανό και κρεμασμένος πλάι στην πόρτα ένας σκελετός. Ένας αξιοσέβαστος κύριος μ’ επίσημο ένδυμα… διάσχιζε τη σκηνή στις μύτες των ποδιών στα ενδιάμεσα των εικόνων και κρεμούσε μια καινούργια επιγραφή κάθε φορά [με την περιγραφή του χώρου όπου γινόταν η δράση] στο καρφί της».

Ένας άλλος θεατής εκείνης της βραδιάς ο πολύς Ζαν Κοπώ, σπουδαίος σκηνοθέτης και θεατράνθρωπος θα πει πως το κυριότερο εγχείρημα του Τεάτρ ντε λ’ Έβρ ήταν εκείνη η βραδιά, εκείνη η παράσταση «που έδωσε μέσα σε μια κακοφωνία από κελαηδίσματα, σφυρίγματα διαμαρτυρίας και χάχανα… το σχολιαρόπαιδο Ζαρρύ για να γελοιοποιήσει έναν καθηγητή, δημιούργησε χωρίς να το ξέρει ένα αριστούργημα, ζωγραφίζοντας αυτήν την σκοτεινή κι υπεραπλοποιημένη καρικατούρα με πινελιές Σαίξπηρ και κουκλοθέατρου. Το έχουν ερμηνεύσει σαν επική σάτιρα του άπληστου και σκληρού αστού που αυτοδιορίζεται αρχηγός των ανθρώπων…» Και καταλήγει υποστηρίζοντας εμφατικά πως πρόκειται για καθαρό θέατρο σύνθετο και δημιουργικό στο κατώφλι της πραγματικότητας βασισμένης σε σύμβολα.

Ένα θέατρο που ας μη γελιόμαστε προαναγγέλλει το «Θέατρο του Παράλογου» και ιδίως τον Ιονέσκο, τον Αντάμωφ αλλά και τον Ραιημόν Κενώ, τον Μπορίς Βιάν και γιατί όχι τον Μπέκετ και τον εμμονικό και ψυχαναγκαστικό Ζωρζ Περέκ και το «Κολλέγιο της Παταφυσικής». Ενώ φέρνει στο νου τους «Μαστούς του Τειρεσία» του σύγχρονού του, Γκυγιώμ Απολλιναίρ.

 Ο Απολλιναίρ θυμάται πως ο Ζαρρύ δεν του έκρυβε διόλου την ικανοποίηση που ένιωθε τρομάζοντας τους Φιλισταίους όταν κουνούσε επιδεικτικά το ρεβόλβερ του ένα βράδυ που βρέθηκαν οι δυο τους  στο Τσίρκο. Με το ίδιο αυτό ρεβόλβερ σκότωνε αράχνες στο διαμέρισμά του κι όταν μια γειτόνισσα του παραπονέθηκε για τον κίνδυνο που διέτρεχαν τα παιδιά της, εκείνος υποκλίθηκε ευγενικά και τη διαβεβαίωσε πως στην περίπτωση αυτή θα της έκανε άλλα!

Ένα βράδυ αυτός ο έφηβος, που δεν έλεγε να ενηλικιωθεί, φορώντας γούνα, παντόφλες και κρατώντας δύο ρεβόλβερ κι ένα μπαστούνι με επένδυση μολύβδου επισκεπτόταν το φίλο του Έλληνα γιατρό Σάλτα με τον οποίο είχαν μεταφράσει γαλλικά την «Πάπισσα Ιωάννα» του Ροΐδη. Στον Σάλτα ζήτησε μια οδοντογλυφίδα όταν τον ρώτησε τι θα τον ικανοποιούσε εκείνη την ύστατη στιγμή, λίγο πριν ξεψυχήσει.

Ο Μπρετόν λέει γι αυτόν πως «κρατούσε τον εαυτό του μακριά απ’ το έργο του, ή μάλλον στην άκρη, θλιμμένος όπως ο ίδιος το θέλησε, περνάει και ξαναπερνάει συνέχεια μπροστά απ’  το στόχο μ’ ένα πούρο στο στόμα». Περισσότερο ακόμα κι από τον Ουάιλντ, ο Ζαρρύ κατήργησε τα σύνορα ανάμεσα στην Τέχνη και τη Ζωή, πιστεύει ο Μπρετόν. Αρχίζει μάλιστα να ταυτίζεται με τον ήρωά του. «Το χιούμορ, συνεχίζει ο Μπρετόν στο κείμενό του για τον Ζαρρύ στην «Ανθολογία…», που επιτρέπει την απώθηση της πραγματικότητας και ό,τι πιο οδυνηρό διαθέτει δημιουργείται σε βάρος του οποιουδήποτε..» και αποκλείει κάθε είδους συμβολική ερμηνεία, ενώ θεωρεί το έργο προφητικό κι εκδικητικό απέναντι στην αιώνια ανθρώπινη ηλιθιότητα, την απληστία, τη λαγνεία, τη λαιμαργία, τη σεμνοτυφία, τον πατριωτισμό, την άσκοπη ρητορεία και γενικώς τα ιδανικά των ανθρώπων που είναι χορτάτοι, όπως συμπληρώνει ο Κάτουλος Μεντές.

Ο Υμπύ σαν να περνά μπροστά από παραμορφωτικούς καθρέφτες εξογκώνει στο έπακρο όχι μόνο τα εξωτερικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων αλλά και το σκοτεινό ελαττωματικό εσωτερικό τους κόσμο.

«Λέτε ψέματα και δεν αφήνετε ν’ ακούσει ο κόσμος τα κατορθώματά μας. Ναι , Κύριοι, σταματήστε πια ν' ακούτε και να μην αντιδράτε... εμείς σκοτώσαμε χιλιάδες ανθρώπους... ονειρευόμαστε σφαγές, εξανδραποδισμούς, δολοφονίες. Κάθε Κυριακή παίρνουμε κεφάλια δημοσίως στους λόφους των περιχώρων παρουσία άγριων αλόγων και εμπόρων, οι παλιές ιστορίες ταξινομήθηκαν, έχουμε τάξη εμείς. Κύριοι, γι' αυτό και τώρα διατάζουμε τους Κύριους δικαστές μας να μας καταδικάσουν στη φριχτότερη τιμωρία που μπορεί να σκεφτεί η φαντασία τους, μια τιμωρία ανάλογη μ' αυτά που κάναμε, αντάξιά μας. Ίσως να μην είναι η ποινή του θανάτου. Ευχαρίστως θα βλέπαμε τους εαυτούς μας κατάδικους, μ' ένα ωραίο πράσινο σκουφάκι στο κεφάλι, που θα τους έτρεφε το κράτος ως να σκάσουν μ' έξοδα δικά του και που θα γέμιζαν τις ελεύθερες ώρες τους με λεπτεπίλεπτες εργασίες».

Ποιος το περίμενε μια σκανδαλιάρικη σχολική φάρσα που σκάρωσε ένας ευφυής 15χρονος να γίνει κορυφαίο έργο της θεατρικής πρωτοπορίας!

 

 

 

 

 

 

 

Βοηθήματα:

-Μάρτιν Έσσλιν, το Θέατρο του Παράλογου, μτφρ. Μάγια Λυμπεροπούλου, εκδόσεις Αρίων, 1970

-Μάριου Πλωρίτη, Πρόσωπα Νεωτέρου Δράματος, εκδόσεις Γαλαξίας- Ερμείας, 1978 δ’ εκδ.

- Αντρέ Μπρετόν, Ανθολογία Μαύρου Χιούμορ, μτφρ. αποσπάσμάτων, Γιάννης Βαρβέρης, εκδόσεις Αιγόκερως, 1986

-Αλφρέ Ζαρρύ, Ο βασιλιάς Υμπύ,μτφρ. Σάκη Μανιάτη, εκδόσεις Κείμενα, 1971