Στις 9/12

 

Είναι καιρός να αφήσουμε στην άκρη τα θαύματα. Είναι καιρός να ασχοληθούμε με το ομορφότερο πριν οι γέφυρες καούν. Μια ζωή φορούσε τ' αποφόρια της και ας ήταν η ομορφότερη. Από τότε που κατέπλευσε το λευκό αερόστατο που η πρωινη ομίχλη το είχε αλλάξει σε γκρίζο ή σταχτί και το ταξίδι τελείωσε όλα πρέπει να περνούν από το κόσκινο της μνήμης. Βυθισμένος φωτοσημαντήρας, φωνή που μπουκώνει σαν τρομπόνι. Φωνάζει

«θάνατε μικροσκοπικέ του θέρους

Ξέζεψέ με θάνατε φωτοδότη

Να ζω ξέρω τώρα»

λυσσασμένος στη μοναξιά μου

βολτάροντας άσκοπα στο άμεσο μέλλον εύκολα προσβάσιμο ανεβασμένος σ' ένα σεντεφένιο σύννεφο την ίδια στιγμή που το χαρτί με το παιδικό σχέδιο τσουλάει μόνο του στη παιδική χαρά. Ο ποιητής αποδήμησε κρατώντας το ροκάνι του. Τα στήθη του ήταν μέχρι τη μέση ασκεπή, φορούσε ένα πλατύγυρο καπέλο ψάθινο. Δυο αλήτες έξυναν τ' απόκρυφά τους και τα μόστραραν στους περαστικούς. Λιγνός με το ένα φρύδι πάνω από κάθε θηλή εκεί που το βύζαξε ο μικροσκοπικός θάνατος κι ο ποιητής σταμάτησε την άνοδο στους ουρανούς, μειδίασε ανεβασμένος πάνω στη γέφυρα πίσω ακριβώς από την εκλεκτή της καρδιάς του και ο φωτεινός Αύγουστος, κυματοθραύστης επιθυμιών άνοιξε το παράθυρο των φαντασιώσεων. Οι πυροσβέστες σβήσαν τη φωτιά που είχε πάρει η γέφυρα κι εκείνος την πηρε αγκαλιά και βάδιζαν θριαμβευτικά στη γη που ανοίγει πριν τους σαρώσει ο άνεμος του πλήθους, αλλά αυτοί έχουν την απόλυτη ασυλία. Στέκονται μόνοι τους μπροστά στον ήλιο και ένας έρωτας τους εμψυχώνει .

Δε μπόρεσα να κοιμηθώ απόψε και στ’ όνειρο ήτανε μια σάπια βάρκα. Κι εγώ ήμουνα απών από τα συνήθη τοπία που συχνάζω. Κάποιος έφερε ένα αρτοφόριο και το φόρτωσε στο κιβώτιο του παιδιού που φέρνει πίτσες βολοδέρνοντας στους μισοάδειους δρόμους. Οι πύλες είναι κλειστές όπως κι οι κουρτίνες. Οι καραντίνες ισχύουν.

Στις 9/12 είδα την πράσινη πάχνη. Πέρασα δίπλα από το μέρος που ήταν το δάσος με τις γαζίες, άγγιξα τη πάχνη στο ξημέρωμα, παραμέρισα και τότε είδα το πρόσωπό σου, χάιδεψα το κεφάλι σου και όπως ξύπνησα απότομα βρήκα το φιλί σου κάτω απ' το μαξιλάρι μου.

 

Σημ. οι στίχοι στα εισαγωγικά είναι του Ρενέ Σαρ