Η Σελβάτζα ετοιμοθάνατη

Όταν άνοιξε η αυλαία η Σελβάτζα ήταν ετοιμοθάνατη. Αλλά αυτό δεν ήταν σίγουρο. Και για να είμαι ακριβής δεν το λέει έτσι ο Αρτώ. Το λέει αλλιώς:

''Τη στιγμή'', λέει ο Αρτώ, ο απίθανος εκείνος τύπος, ''που σηκώνεται η αυλαία, ε, (βέβαια το υπονοούμενο δε θα ξέφευγε από τον αναγνώστη αν και ο Αρτώ μάλλον τυχαία το έγραψε) η Σελβάτζα - σύζυγος του Πάολο Ουτσέλο- είναι ετοιμοθάνατη''.

Θα μπορούσε να είχε πεθάνει από πείνα - είναι και αυτή μια αιτία θανάτου. Αλλά αυτή είχε να φάει. Ο Ουτσέλο την τάιζε στο στόμα γιατί έπρεπε να του καθίσει, να είναι το μοντέλο του για ένα σωρό γυναικείες φιγούρες που ήθελε να ζωγραφίσει. Δεν το πα, αλλά ο Ουτσέλο ήταν ζωγράφος και μαθηματικός, Φλωρεντινός, προαναγεννησιακός. Η πείνα της Σελβάτζα - πείνα για τον Ουτσέλο, για τα πουλιά, τα πετεινά του ουρανού, τα στρουθία - ήταν πνευματική, - τι άλλο; - και η έλλειψή της κόντεψε να τη σκοτώσει. Ήταν ετοιμοθάνατη. Μια ακόμη φορά να το πεις και πέθανε στ' αλήθεια. Αλλά αυτή δεν πέθανε.

 Έγινε κάτι περίεργο: Πάνω στο ρήμα «πέθανε» κάθισε μία μύγα και το σκέπασε εντελώς τοποθετώντας τα πόδια της έτσι όπως θα τοποθετούσε μια χορεύτρια τις πουέντ της ύστερα από μια εξουθενωτική πρόβα.

Εξαιτίας, λοιπόν, αυτής της τεράστιας μύγας που φορούσε πουέντ, η Σελβάτζα σώθηκε από βέβαιο θάνατο και ο Μπρουνελέσκι που αλλιώς θα τον κατηγορούσαν για νεκρόφιλο ένιωσε κοιτώντας την εξακολουθητικώς το πέος του να φουσκώνει μέσα στο στενό παντελόνι του που δεν είχε χρώμα, είχε όλου του κόσμου τα χρώματα που έκαναν το εξόγκωμα του ερεθισμένου πέους του ακόμη πιο αξιοπρόσεκτο για μας, γιατί γι' αυτόν ήταν βασανιστικό. Ο Μπρουνελέσκι δεν ήταν εγκρατής και το σπέρμα που είχε φουσκώσει τους όρχεις του ήθελε να εξέλθει πετώντας με σπασμούς από την ουρήθρα αθέλητα. Τινάχθηκε λοιπόν αθόρυβα, εντελώς αθόρυβα, σαν να νυχοπατούσε σε μαλακό δάπεδο μπαλέτου που είχε χορογραφήσει ο Ντιάγκιλεφ και παρακολουθούσε περίλυπος ο Νιζίνσκι που δεν μπορούσε να χορέψει πια αν και ήταν μόλις εικοσιεννέα ετών.

Ας πιστέψουμε τον Αρτώ που λέει πως η αλήθεια φτιάχνεται από τη συνείδηση, αν και εγώ πιστεύω πως το ψέμα διαφεντεύει τα πάντα μεγαλοποιώντας τα και κάνοντας την αλήθεια να φαίνεται όμοιά του και να μην καταφέρνει να αναδυθεί. Είτε απ' τη συνείδηση είτε απ' τον εαυτό της. Αυτήν δεν την γνώριζε ούτε ο Ιησούς - για την αλήθεια λέμε πάντα - εκτός κι αν δεν ήθελε από πείσμα να πει ποια ήταν η αλήθεια απαντώντας στη περίφημη ερώτηση του Πιλάτου ''Και τι εστίν αλήθεια;'' Περίεργο που ο Πιλάτος είχε όρεξη για φιλοσοφίες αντίθετα με τον Ιησού που τον περίμενε ο σταυρός εκεί επάνω στον Γολγοθά και δεν είχε καμιά όρεξη ούτε για αλήθειες ούτε για ψέματα. Έπειτα ο Πιλάτος έτσι κι αλλιώς ό,τι και να ‘λεγε ο Ιησούς πάλι θα ένιπτε τας χείρας του, που ας σημειωθεί καθόλου ταλαιπωρημένες δεν ήταν και τον φόβιζε κάπως το όνειρο της συζύγου του - ποτέ δεν έμαθα το όνομά της - ενώ της Σελβάτζα το έκανε γνωστό ο Παύλος Ουτσέλο, τα πετεινά του ουρανού, πασίγνωστο με την συμπαντική ζωγραφική του όπως μας θυμίζει σχεδόν ενοχλητικά ο Μαρσέλ Σβομπ.  Ο Ουτσέλο μας λέει ο Σβομπ, αντί να θαυμάζει την όμορφη Σελβάτζα, αυτός ήταν πολύ απασχολημένος με τη ευθείες και τις κυρτές γραμμές και αν και τη σχεδίασε σ' όλες τις στάσεις του κορμιού της που ήταν σχεδόν όλες ιπτάμενες, αν και σχεδίασε επίσης τα μαλλιά, τα χέρια, τα μάγουλα και τα χείλη και φυσικά τα μάτια, δεν πρόσεχε πως αυτή ήταν η σύζυγός του, η αγαπημένη και όχι μια οποιαδήποτε γυναίκα όπως νόμιζε ο ζωγράφος, δηλαδή όλες οι γυναίκες. Και όταν ο Ουτσέλο τελείωσε τη ζωγραφιά του κι εκείνη γλίτωσε από τον εν πνεύματι θάνατό της, δεν είχε τίποτα να φάει η καημένη κι έτσι οι καμπύλες της έμειναν ζωγραφισμένες στον καμβά και εκείνη πέθανε στ' αλήθεια όταν μετά το μπαλέτο η αυλαία έπεσε ταχύτατα και ουδείς υποπτεύθηκε ή είδε τη συνέχεια και το τέλος της ιστορίας του Ουτσέλο και της Σελβάτζας.

Μόνο τρεις άνθρωποι ήξεραν τα πάντα γι' αυτήν  την ιστορία. ο Σβομπ, ο Αρτώ, ο Ουτσέλο κι ένας τέταρτος εγώ. Αλλά εγώ παραποίησα τόσο πολύ τα πράγματα που η πραγματική ιστορία κατάντησε αγνώριστη. Αλλά η αποστολή του καλλιτέχνη, όπως λέει κι ο Σαρτρ, είναι να φτιάξει μια φανταστική πραγματικότητα από την πραγματική πραγματικότητα.