Στο βυθό του Χρόνου Ο ΓΙΟΖΕΦ Κ. της «Δίκης» του Φραντς Κάφκα

«Υπάρχει ένας σκοπός, αλλά καμία οδός. Αυτό που ονομάζουμε οδό είναι δισταγμός»

Φραντς Κάφκα, Αφορισμοί

 

Η σύλληψη

   ''Κάποιος πρέπει να είχε διαβάλλει το Γιόζεφ Κ., διότι ένα πρωί χωρίς να έχει κάνει τίποτα κακό τον συνέλαβαν''.(1)

        Ήταν πρωτοφανές. Ποτέ πριν δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο. Εκείνος ήταν ξαπλωμένος και περίμενε τη μαγείρισσα της κυρίας Γκρούμπαχ, την Άννα να του φέρει το πρωινό του όπως κάθε μέρα, αλλά αυτοί που τον συνέλαβαν είχαν έρθει πριν απ' το πρωινό. Είχαν πιάσει μάλιστα το διπλανό δωμάτιο που ήταν άδειο. Ο Γιόζεφ Κ. ήταν τραπεζικός υπάλληλος και εργένης.

Έτσι αρχίζει αυτή η ιστορία. Αλλά μια ιστορία μπορεί να γραφτεί ή να ξεγραφτεί, να μην ειπωθεί καν γιατί οι ιστορίες είναι επικίνδυνες. Είναι αυτές ακριβώς που οι άνθρωποι θαρρούν ότι δεν πρέπει να λέγονται. Αλλά ιστορίες για τον έναν ή τον άλλο λόγο, ή για κανέναν, θα λέγονται πάντα, επικίνδυνες ή όχι. Γιατί έτσι κι αλλιώς ο κόσμος είναι φτιαγμένος από ιστορίες όπως και η λογοτεχνία.

  Η ιστορία της ‘’Δίκης’’, ειπώθηκε, γράφτηκε μάλιστα, αλλά κινδύνεψε να μη γίνει γνωστή γιατί ο δημιουργός της παρήγγειλε στο φίλο του Μαξ Μπροντ να τη κάψει μαζί με όσες άλλες είχε γράψει, άλλες παράξενες, άλλες αλλόκοτες, άλλες εφιαλτικές. Αλλά εκείνος τη διέσωσε μαζί με τις άλλες. Αυτός που είπε την ιστορία της ‘’Δίκης’, ήταν μόνιμος κάτοικος της Πράγας, τσεχοεβραίος και γερμανόφωνος. Έζησε μόλις σαράντα ένα χρόνια.

‘Η Σοά και η ‘’Δίκη’’

Η ιστορία της Σοά ήταν πραγματική ιστορία, δεν την επινόησε κανείς και δεν είχε σχέση με τη λογοτεχνία ούτε μόνο με τους Εβραίους. Είχε σχέση με τη συλλογική παράνοια του Ναζισμού και παρ' όλο που οι γερμανοί πολίτες κάτι είχαν μυριστεί, μάλλον  και οι σύμμαχοι κανείς τους δεν έκανε τίποτα για να εμποδίσει να γίνουν στάχτη στους φούρνους 6.000.000 Εβραίοι και αρκετοί άλλοι ανεπιθύμητοι. Όλο αυτό το εγχείρημα αποκύημα της ζοφερής φαντασίας του Χίτλερ και των συν αυτώ πραγματοποιήθηκε με μεγάλη ακρίβεια σαν απλή γραφειοκρατική διαδικασία. Ο Κάφκα πέθανε νωρίς. Τα περισσότερα όμως μέλη της οικογένειάς του πέθαναν σε στρατόπεδα θανάτου, όπως και η Μίλενα με την οποία είχε ανταλλάξει τις γνωστές συγκλονιστικές επιστολές. Ο Μαξ Μπροντ κατάφερε κι έφτασε στην Παλαιστίνη μαζί με τα χειρόγραφα του Κάφκα και έτσι διασώθηκαν κι αυτός κι εκείνα.

 

    Η ‘’Δίκη’’ δεν είναι απλώς μια ιστορία φρίκης, αντίθετα με τη Σοά. Η κεφαλαιώδης διαφορά τους είναι πως ανήκει στο βασίλειο της φαντασίας. Είναι όμως δυσοίωνη και σε μεγάλο βαθμό προφητική.

Η ‘’άλλη’’ δίκη

        Αλλά μια ιστορία χρειάζεται πάντα έναν ήρωα. Και οι ήρωες έχουν ονόματα. Αυτός λεγόταν Γιόζεφ και το επίθετό του άρχιζε από το γράμμα κάπα που συμπίπτει με το όνομα του συγγραφέα. Η προέλευση της ‘’Δίκης’’ ισχυρίζεται ο Ελίας Καννέτι στο δοκίμιό του ''Η ‘άλλη' Δίκη’’, είχε την καταγωγή της στην απολογία που αναγκάστηκε να δώσει ο συγγραφέας εμπρός σ' όλη την εβραϊκή οικογένεια της αρραβωνιαστικιάς του Φελίτσε Μπάουερ επειδή την είχε εγκαταλείψει. Ο Κάφκα με μεγάλη δυσκολία προσπάθησε να εξηγήσει τους λόγους της διάλυσης του αρραβώνα. Εκείνη τη στιγμή λέει ο Κανέτι, πως γεννήθηκε αυτό το αριστουργηματικό μυθιστόρημα του 20ου αιώνα. Την ίδια στιγμή ο Κάφκα έχανε τη μοναδική ευκαιρία να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια όπως όριζε ο ηθικός νόμος της θρησκείας του και δεν ήταν όπως και η Φελίτσε άθεος, το αντίθετο μάλιστα, σχεδίαζαν να ταξιδέψουν μαζί στη Παλαιστίνη.

        Μια άλλη πηγή της ‘’Δίκης’’ είναι το γραφειοκρατικό περιβάλλον στο οποίο ο Κάφκα εργάστηκε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Ο Μπροντ μαρτυρεί πως ο φίλος του ''δεν τα πήγαινε καλά με την ''λιμνάζουσα'' ζωή των αρχείων''.

 

Ο Κίρκεγκωρ, η Ρεγγίνα κι η επιθυμία να ζήσει

Παρά τις ουσιαστικές διαφορές φιλοσοφικές, ιδεολογικές και άλλες με τον Κίρκεγκωρ η ιστορία της διάλυσης του αρραβώνα του, φέρνει στο νου την εγκατάλειψη της αρραβωνιαστικιάς του Κίρκεγκωρ Ρεγγίνας. Αν και η πράξη του αυτή είχε να κάνει με τη μεταστροφή του από την ηδονοθηρική του νεότητα στη μεταμελημένη θρησκευτική και υπαρξιστική ζωή που ακολούθησε στη συνέχεια. 

''Γιατί δε μπαίνει τέλος σ' αυτή τη μεταμέλεια. Το κυρίαρχο μοτίβο παραμένει το ίδιο. Θα μπορούσα να ζήσω και δε ζω'', γράφει στον Μαξ Μπροντ το 1922. Θρηνεί μπροστά στη ζωή που δεν έζησε, μπροστά στην ενοχή για μια ζωή που δεν έζησε κατά τις επιταγές του εβραϊκού νόμου, θρηνεί μπροστά στο κενό που χαίνει έτοιμο να τον καταπιεί, μπροστά στο μηδέν ενώ αυτός σε λίγο θα βαδίζει προς το άπειρο. Ό,τι του απομένει είναι το γράψιμο, η ευλαβική του προσευχή.

   Πάντα καθώς βράδιαζε και κλειδωνόταν στο δωμάτιό του περίμενε να κοπάσουν τα γέλια που έκαναν οι αδελφές του, κι όταν αυτό συνέβαινε, αφού χάιδευε τις ράχες των βιβλίων που στέκονταν όρθια στα ράφια χαμήλωνε το φως, συγκεντρωνόταν στον εαυτό του και έγραφε ένα κείμενο στα ''Ημερολόγιά’’ του, ή στα στα ''Τετράδια σε όγδοο σχήμα'' προσπαθώντας να κοιμηθεί ...

''4 Ιανουαρίου 1914. Είχαμε σκάψει μια τρύπα στην άμμο και είχαμε βολευτεί μέσα. Τη νύχτα κουλουριαζόμασταν μέσα στην τρύπα, ο πατέρας τη σκέπαζε με κορμούς δέντρων και σκόρπιζε από πάνω κλαδιά, και ήμασταν όσο γινόταν, προστατευμένοι από τις θύελλες και τα ζώα. 'Πατέρα', φωνάζαμε πολλές φορές φοβισμένοι, όταν είχε σκοτεινιάσει εντελώς κάτω από τους κορμούς κι ο πατέρας αργούσε να φανεί. Όμως ύστερα βλέπαμε μέσα από μια χαραμάδα τα πόδια του, γλιστρούσε μέσα κοντά μας, μας χαϊδολογούσε λίγο, γιατί το άγγιγμα του χεριού του μας ησύχαζε, κι ύστερα κοιμόμασταν κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλο. Εκτός από τους γονείς μας, ήμασταν πέντε αγόρια και τρία κορίτσια, η τρύπα ήταν πολύ στενόχωρη, όμως θα φοβόμασταν αν τη νύχτα δεν ήμασταν τόσο σφιχταγκαλιασμένοι, ο ένας πάνω στον άλλο''.(2)

Κατέφευγε για να ηρεμήσει και να κοιμηθεί στην ασφάλεια της παιδικής ηλικίας αλλά αντί γι' αυτό αναστατωνόταν με τα ολιγόωρα ενύπνια που έβλεπε όταν έκλεινε τα μάτια του κι όταν τα άνοιγε μέσα στο μισοΰπνι του έβλεπε τις σκιές των μελλοντικών ηρώων του να σουλατσάρουν στο ταβάνι. Έκλεινε σφιχτά τα μάτια κι ένας ολιγόωρος πάλι ύπνος ερχόταν να τον ανακουφίσει στις πέντε το πρωί χωρίς όνειρα όμως. Αυτά τα έβλεπε ξύπνιος στο γραφείο όταν δεν είχε πολύ δουλειά αν και ήταν ευσυνείδητος υπάλληλος και αγαπητός στους συναδέλφους του.

 

Ποτισμένος λογοτεχνία

Του ήταν ανυπόφορο όταν δεν έγραφε αντί να ξεκουραστεί, να ξεσκάσει, να ανακουφιστεί κόντευε να τρελαθεί. Η ανεμελιά του ήταν άγνωστη. Απόδιωχνε κάθε σκέψη που θα τον διασκέδαζε.  . Διάλογο έκανε με τον εαυτό του αλλιώς χάζευε το απόλυτο κενό και κείνο δεν είχε τίποτα να του πει.

 

   Δεν ξέρω αν μπορείς να πιαστείς από πουθενά διαβάζοντας Κάφκα. Δεν ξέρω αν μπορείς να ψυχολογήσεις αυτόν τον αντιήρωα που με διαφορετικά ονόματα πρωταγωνιστεί στην μυθιστορηματική του τριλογία: Καρλ Ρόζμαν στην ''Αμερική'', Γιόζεφ Κ. στη ''Δίκη'', Κ. στο ''Πύργο'', ήταν ας πούμε τρισυπόστατος. Όλοι αυτοί οι ήρωες ήταν αυτός ο ίδιος. Ήταν σαν να υπέγραφε τρεις επιταγές και στη θέση του δικαιούχου έγραφε ‘εμού του ιδίου’.

    Ο Κάφκα ήταν δειλός, αγοραφοβικός και έπασχε από έναν ανίατο παιδισμό που για τον Μπατάιγ δεν είχε καθόλου αρνητική έννοια, αλλά ο ίδιος είχε χάσει το τρένο της ενηλικίωσης και η αυτοπεποίθησή του δεν ήταν και στο πιο υψηλό σημείο. Έγραφε ας πούμε:

''Δεν θα αρχίσω να ζω πριν μάθω ποιο είναι το νόημα της ζωής''.

Όσο για την λογοτεχνία, με την οποία ήταν ποτισμένος μέχρι το μεδούλι των κοκάλων του, πίστευε πως ήταν ''χωρίς μέσο, χωρίς αιτία και χωρίς σκοπό''.

   Στον τοίχο κρεμασμένα σχεδόν πλάι-πλάι ένα πορτραίτο και μια φωτογραφία. Το πορτραίτο το είχε φιλοτεχνήσει ο ζωγράφος του δικαστηρίου Τιτορέλι και ήταν φυσικά ο κατηγορούμενος Γιόζεφ Κ., ο οποίος δεν είχε τίποτα άλλο πέρα από το αδιέξοδό του. Μ' ένα αδιέξοδο έγραψε όμως ο Μπέκετ όλο του το έργο, ώσπου άρχισε να επικαλείται τη νεκρή φαντασία του να φανταστεί. Σ' ένα αδιέξοδο μέσα έγραψε ο άρτι αφιχθείς από το Αλγέρι Αλμπέρ Καμύ, τον ''Ξένο'' και το κλουβί βρήκε το πουλί που έψαχνε να φυλακίσει. Το κλουβί ήταν του Κάφκα και του Σαχτούρη ή του Ρόμπερ Βάλζερ, αλλά αυτουνού μάλλον δεν του άρεσαν ούτε τα κλουβιά ούτε τα πουλιά, προτιμούσε τα ξεσκονόπανα και δεν είχε ποτέ του αδιέξοδο γιατί ήταν βαθιά μέσα του χωμένο και ο Κάφκα γι' αυτό τον αγαπούσε πολύ.

 

Ο Νόμος κι η Επιθυμία

 

    Η τέχνη είναι ένας καθρέφτης που προχωρά ενίοτε σαν ρολόι. Κανείς δε γνωρίζει το εσωτερικό του όπως και αυτό του νόμου. Λίγοι γνωρίζουν τα θεμέλια των πραγμάτων. Ο Νόμος δεν έχει γνωστικό αντικείμενο και το μόνο πράγμα που τον ενδιαφέρει είναι η πράξη του εγκλήματος. Αυτά τα λένε οι Ντελέζ και Γκουαταρί στο βιβλίο τους ''Για μια ελάσσονα λογοτεχνία''. Ο Γιόζεφ Κ. γνωρίζει και δε γνωρίζει. Δε γνωρίζει σίγουρα τους νόμους που τον κυβερνούν. Κατά μία έννοια εφόσον δε θα φθάσει ποτέ στην ανώτερη βαθμίδα του δικαστηρίου δε θα δικαστεί καν, αυτή η δίκη μπορεί να είναι ατελεύτητη. Πράγματι όλα συμβαίνουν κάπου αλλού. Ο Νόμος και η υπέρβασή του, η εσωτερικότητα της ενοχής και η υποκειμενικότητα της διατύπωσης, είναι τρία σημεία που βρίσκονται παντού κατά τους Ντελέζ, Γκουαταρί.

Ο συγγραφέας και κατ' επέκταση ο ήρωάς του ποτέ δεν κάνει κριτική, αντίθετα τάσσεται με το Νόμο. Η συνείδησή του είναι το δικαστήριο όχι αυτό που πρόκειται να τον δικάσει, αλλά το δικαστήριο του εαυτού του, αυτού που πάντα κατηγορεί. Στην αρχή εισέρχεται στο μυθιστόρημα ως αθώα περιστερά. Νομίζει ότι όλα ακολουθούν τον ίδιο δρόμο και αυτός δεν έχει παρά να βαδίζει στο οδόστρωμά του αφού ο δρόμος αυτός δεν έχει ούτε καμπές ούτε διασταυρώσεις. 

''Μπορείτε να μου αντιτάξετε ότι δεν πρόκειται για δίκη. Σε αυτή τη περίπτωση σας δίνω όλα τα δίκαια, οι μεθοδεύσεις σας συνιστούν μια δικονομική διαδικασία μόνο αν τις δεχτώ'',(1) λέει ο Γιόζεφ Κ. στον ανακριτή, όταν ακόμα το βιβλίο βρίσκεται στις πρώτες σελίδες και κείνος δεν ξέρει τι τον περιμένει στη συνέχεια. Δεν ξέρει πως η δικαιοσύνη είναι επιθυμία και ο Νόμος δεν έχει καμιά σχέση μ' αυτήν. Εκεί που νομίζουμε πως υπάρχει Νόμος εκεί ακριβώς υπάρχει επιθυμία, αλλά αυτά τα δύο είναι απολύτως ασύμβατα και οι Ντελέζ, Γκουαταρί τολμούν μια βέβηλη σκέψη:

''Ο Νόμος είναι καταγεγραμμένος σ' ένα πορνοβιβλίο'' και άλλη μία: ''η δικαιοσύνη δεν είναι αναγκαιότητα αλλά Τύχη. Δεν είναι πάγια βούληση, αλλά κινούμενη επιθυμία''.

Όποιος θέλει και μπορεί να διαβάσει το κείμενο της ''Δίκης'' θα καταλάβει τι είναι και τι δεν είναι δίκη. Πως μπορεί κάποιος να την προσλάβει και πως μπορεί να παραπλανηθεί. Ο ιερέας που εμφανίζεται στο προτελευταίο κεφάλαιο πριν από κείνη τη δραματική κραυγή ''σαν το σκυλί!'' που λέει ο Κ. όταν τον μαχαιρώνουν στο τέλος του βιβλίου,  λέει:

''Η δικαιοσύνη δε θέλει τίποτα από σένα. Σε συλλαμβάνει όταν έρχεσαι και σε αφήνει όταν φεύγεις''.

 

    Κι ο κατηγορούμενος, πάντα στη πρώτη ανάκριση, σ' αυτήν που του δίνεται στην ουσία η ευκαιρία να μάθει το γιατί της σύλληψής του, λέει:

''Δεν με ενδιαφέρει να διαπρέψω ως ρήτορας (...) δε θα τα κατάφερνα άλλωστε. Ο κύριος ανακριτής μιλάει πιθανώς πολύ καλύτερα (...) Το μόνο που θέλω είναι η δημόσια συζήτηση μιας δημόσιας αδικίας. Ακούστε: Πριν από περίπου δέκα ημέρες με συνέλαβαν, η σύλληψη καθαυτή προκαλεί γέλια ακόμα και σε μένα τον ίδιο αλλά δεν είναι της παρούσης. Με αιφνιδίασαν νωρίς το πρωί στο κρεβάτι μου, ίσως να είχαν την εντολή (...) δεν αποκλείεται καθόλου (...) Το διπλανό δωμάτιο το είχαν καταλάβει δύο αγενέστατοι φρουροί. Ακόμα και επικίνδυνος ληστής να ήμουν, αυστηρότερα μέτρα δε θα μπορούσαν να είχαν πάρει (...) Ήταν το δωμάτιο μιας κυρίας την οποία εκτιμώ ιδιαιτέρως, και ήμουν υποχρεωμένος να βλέπω αυτό το δωμάτιο κατά κάποιο τρόπο να μολύνεται, εξαιτίας μου, αλλά χωρίς δική μου ενοχή, από τη παρουσία των φρουρών και του επιθεωρητή''(1)

Και παρακάτω ξεσπάει μπροστά σε κοινό και ανακριτή:

 

''Δεν υπάρχει αμφιβολία (...) πως πίσω απ' όλες τις ενέργειες του δικαστηρίου, εννοώ στην υπόθεσή μου, πίσω από τη σύλληψή μου και τη σημερινή μου ανάκριση, κινείται ένας μεγάλος οργανισμός. Ένας οργανισμός που διαθέτει όχι μόνο διεφθαρμένους δεσμοφύλακες, ηλίθιους Επιθεωρητές και Ανακριτές για τους οποίους το καλύτερο που μπορείς να πεις είναι ότι αναγνωρίζουν τα όριά τους, αλλά έχει επίσης στη διάθεσή του δικαστική ιεραρχία υψηλής, της ύψιστης πράγματι βαθμίδος, με την απαραίτητη και πολυάριθμη ακολουθία κλητήρων, γραφέων, αστυνομικών και άλλων υπαλλήλων, ενδεχομένως και δημίων - δεν με πτοεί η λέξη και ποια η σημασία, κύριοι, αυτού του μεγάλου οργανισμού; Και σε τι συνίσταται: Αθώοι κατηγορούνται ως ένοχοι και παράλογες αξιώσεις εγείρονται εναντίον τους, κατά το πλείστον, είναι η αλήθεια, χωρίς αποτέλεσμα, όπως στην περίπτωσή μου. Αλλ' αφού στο σύνολό του είναι παράλογος, πώς είναι δυνατόν οι ανώτερες βαθμίδες να παρεμποδίσουν τη διαφθορά των οργάνων τους; Αδύνατον. Ακόμα και ανώτατος Δικαστής αυτού του οργανισμού θ' αναγκαστεί  να παραδεχθεί την διαφθορά του δικαστηρίου του. Έτσι οι δεσμοφύλακες προσπαθούν να γδύσουν από τα ρούχα τους τους ανθρώπους που συλλαμβάνουν, οι επιθεωρητές εισβάλλουν σε ξένα σπίτια, και οι αθώοι, αντί να εξεταστούν με δικαιοσύνη, ταπεινώνονται ενώπιον συνελεύσεων. Οι δεσμοφύλακες ανέφεραν κάποιες αποθήκες όπου φυλάσσονται τα αντικείμενα των φυλακισμένων. Θα ήθελα να 'βλεπα αυτές τις αποθήκες όπου η περιουσία των συλλαμβανομένων αποκτημένη με ιδρώτα - αφήνεται να σαπίζει ή τουλάχιστον τα λείψανά της, αφού πρώτα βολεύτηκαν οι κλέφτες υπάλληλοι.''(3)

Ο Κάφκα αρχίζει να γράφει τη ‘’Δίκη’’ στις 15 Αυγούστου του 1914 - και εκδόθηκε ένα χρόνο μετά το θάνατό του, το 1925. Το αναφέρει ο ίδιος στο 2ο τόμο των ‘’Ημερολογίων’’ του:

''15 Αυγούστου. Εδώ και μερικές μέρες γράφω. Θα ήθελα να το εξακολουθήσω. Σήμερα δεν είμαι βέβαια εντελώς προφυλαγμένος και χωμένος μέσα στη δουλειά, έτσι όπως ήμουν πριν από δύο χρόνια, οπωσδήποτε όμως απόκτησα ένα νόημα, η ταχτική, άδεια, παράλογη εργένικη ζωή μου έχει μια δικαίωση. Μπορώ και πάλι να κάνω διάλογο με τον εαυτό μου και δε χαζεύω έτσι το απόλυτο κενό. Μόνο σ' αυτό το δρόμο υπάρχει μια βελτίωση για μένα''.(2)

 

Ενοχή και αθωότητα

 

   Με τη σύλληψή του ο Γιόζεφ Κ. περνάει το σύνορο που βρίσκεται ανάμεσα στην αθωότητα και την ενοχή. Θα μπορούσε να πει κανείς πως έτσι συμβαίνει συνήθως αλλά στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίθετο. Ο συλληφθείς στη διάρκεια της σύλληψής του πληροφορείται την αιτία της, αλλά παραμένει αθώος μέχρι αποδείξεως του εναντίου, δηλαδή μέχρι τη διεξαγωγή της δίκης. Στη ''Δίκη'' όμως, αν και όλοι περιστρέφονται γύρω από αυτήν, δίκη δε γίνεται κι επομένως ενοχοποιητική απόφαση δεν εκδίδεται. Άρα ο Γιόζεφ Κ. στην πραγματική ζωή ξανά αθώος θα μπορούσε να περάσει πάλι το σύνορο και να επιστρέψει στον κόσμο. Αλλά δεν βρισκόμαστε στον πραγματικό κόσμο. Επομένως επιστροφή δεν υπάρχει. Το σύνορο ανάμεσα στην αθωότητα και στην ενοχή είναι πολύ βαθιά χαραγμένο. Πού είναι λοιπόν το δικαστήριο; Πού βρίσκεται ο δικαστής που θα τον δικάσει; Ο Κ. δεν συναντά παρά παρατρεχάμενους χωρίς περιεχόμενο και οι περισσότεροι απ' αυτούς δεν είναι σε θέση να τον βοηθήσουν.

   Στην αρχή ο Κ. μπαίνει στον κόσμο της δικαιοσύνης με την αφέλεια και τη σιγουριά του αθώου. Σιγά σιγά όμως συνειδητοποιεί πως οι απορίες του διατυπωμένες ή και αδιατύπωτες δεν πρόκειται να απαντηθούν.

    Ο Νόμος βέβαια είναι εκεί πανταχού παρών, όπως ο Πατέρας, όπως ο Θεός, Παντογνώστης και Παντοδύναμος. Μάλιστα ένας Θεός - Πατέρας Τιμωρός. Δεν μπορεί καν να τον πλησιάσει. Δεν μπορεί να του πει πως η κίνηση που κάνει για να βγάλει το πουλόβερ του εκείνος τον αναστατώνει υπερβολικά, γιατί βλέπει το υγιές σώμα του πατέρα που συγκρινόμενο με το καχεκτικό δικό του τον τρομάζει. Τον καθηλώνει. Δεν μπορεί να τον κοιτάξει κατά πρόσωπο όπως περίπου στην παραβολή ''μπροστά στο Νόμο''. Δεν μπορεί να κοιτάξει το βάθος στο μικρό στιγμιαίο άνοιγμα που δημιουργείται όταν ο φύλακας του Νόμου παραμερίζει. Ο Γιόζεφ Κ. και ο Κάφκα δε μπορεί παρά να είναι ο Ιώβ της Διαθήκης, αλλά δε γίνεται ποτέ Κάιν. Δεν θρηνολογεί σαν τον ‘’Εκκλησιαστή’’ για τη ματαιότητα ούτε θρηνεί σαν τον Ιερεμία προβλέποντας όπως η αρχαία Κασσάνδρα τα μελλούμενα κακά.

 

Μπροστά στο Νόμο

        Πάντως η δίκη, κάθε δίκη στον πραγματικό κόσμο, αν και επιτελεί ένα σοβαρό έργο, δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα ανελέητο παιχνίδι επίδειξης ρητορικής δεινότητας, ένας πόλεμος εντυπώσεων, μια καλοκουρδισμένη θεατρική παράσταση με πλήθος ανατροπών. Είναι ένα παιχνίδι με αυστηρούς κανόνες που είθισται να παραβιάζονται και αφήνουν εκτεθειμένο τον γραφειοκράτη Γιόζεφ Κ. , ο οποίος όπως κάθε ένας στη θέση του δε θα σκεφτόταν ποτέ ότι θα του συμβεί κάτι ανάλογο. Πίστευε πάντα πως όλα τραβούν ένα δρόμο, το δρόμο τους. Όπως όμως ισχυρίζεται ο Μωρίς Μπλανσό αν και ο Γιόζεφ Κ., αντίθετα με τον ήρωα του ''Πύργου'', προλαβαίνει ''να γνωρίσει τι πραγματικά συμβαίνει''. Οι ψευδαισθήσεις του διαλύονται. Το κέλυφος όπου ζούσε προφυλαγμένος έχει σπάσει. Ο Γιόζεφ Κ. είναι πιο εκτεθειμένος από ποτέ, πιο δυστυχής, πιο έρημος και κάπου προς το τέλος του βιβλίου, που είναι και το δικό του τέλος αντιλαμβάνεται ότι δεν μπορεί να κερδίσει αυτή τη δίκη που δεν διεξήχθη καν παρά στα όρια της παραπλάνησης. Ψάχνει, λοιπόν, για τη σωτηρία, αλλά σωτηρία δεν υπάρχει. Όπως ακριβώς το είχε πει ο Μπέκετ που διάβαζε  πάντα Κάφκα:

''Στη γη βρισκόμαστε, σωτηρία δεν υπάρχει''. 

 

 

 

 

 

 

 

  Σημειώσεις:

 

1) μετάφραση, Γιώτα Λαγουδάκη

2) μετάφραση, Αγγέλα Βερυκοκάκη

3) μετάφραση, Αλέξανδρος Κοτζιάς