Εωθινό

Ήτανε πριν να φθάσει ο Καρυωτάκης στη Πρέβεζα

ήτανε πριν ο Εγγονόπουλος διαβάσει Μητσάκη

ήταν τα βήματά του που τον οδηγούσαν στο πύργο του,

δυο μάτια που τον περίμεναν στο βάθος της νυκτός

στο πηγάδι του φόβου,

στην ιαχή του σκοταδιού

στη σεμνόπρεπη παρθένα

στη φαλλοφόρο Περσεφόνη

τότε τη συνάντησε,

ανέτοιμος

αναμαλλιασμένος

 με τα γυαλιά του στη μύτη χαμηλά και το κρανίο του ορθάνοιχτο

στις πύλες της σελήνης

 στης σελίδας τα βάθρα

διάβασε:

Έντυ είσαι ένα ματωμένο άνθος

ανάμεσα στα κόκκινά σου χείλη

και εγώ σου προσφέρω ένα κόκκινο τριαντάφυλλο

μια ραπτομηχανή Singer

 

μια κλωστή ατέλειωτη

σε μια μικρή κουβαρίστρα

σου προσφέρω μια θάλασσα

σου προσφέρω εμένα

εγώ είμαι ένα σοκάκι

ένας δρόμος

ένα καλντερίμι

μια φωνή πνιγμένη στο βάθος ενός πηγαδιού

στο σκοτάδι της πληγής

στο όνειρο του βυθού

στο ρείθρο του πεζοδρομίου

είμαι ο

 ΕΠΙΖΩΝ

Εγώ είμαι  

Το 'γραψες;

Ξαναγράψτο.

Είμαι εγώ για σένα

ένα πουλί ανάμεσα στα δόντια σου

ένα αγκίστρι πιασμένο στην καρδιά σου

και όλα αυτά πριν ο Καρυωτάκης φuάσει στη Πρέβεζα

πριν ο Έλγιν κλέψει τα μάρμαρα του Παρθενώνα

πριν ο Καραμανλής ξηλώσει τις ράγες των τραμ.

''Τα τραμ βαδίζουν προς τα τέρματα''

στην εωθινή ατμόσφαιρα

στη συγκυρία

μαζί

με δυο κυρίες αγκαζέ

''Στο Ζάππειο μια μέρα περιπατούσα''

και είδα ένα μουσικό με κοστούμι και πηλίκιο

να έχει λοξοδρομήσει από τη δημοτική μπάντα

και να παίζει ένα χάρτινο όργανο.

Ένα τρομπόνι

ένα χάλκινο σαξόφωνο.

Στα σκαλοπάτια τον περίμενε,

ΕΣΥ.

Έπαιζες άρπα με τα μακριά σου δάχτυλα

και ήρθα και σου ψιθύρισα στ' αυτί:

''Μήπως δεν είμαι συμμέτοχος του νυκτερινού εγκλήματοςq''

κι ύστερα η σελίδα με τις νότες γύρισε σαν τρελή

στον αέρα

και ένας κύριος που τον 'λεγαν Aίολο

πήρε όλες τις σελίδες με τις νότες και τις σκόρπισε στον ουρανό

αλλά ΕΣΥ

και ΕΓΩ

και τα πράσινα μαλλιά σου

και τα κόκκινα χείλη σου

και τα καστανά σου μάτια

μείναμε στη γη.

Γήινοι και επίγειοι

πριν ο Εγγονόπουλος διαβάσει Μητσάκη

πριν η νερόκοτα εμφανιστεί σαν κουρδισμένη

στο βάθος του ορίζοντα

τρέχοντας σαν τρελή

Κι εγώ

αναμαλλιασμένος σε κοίταξα

πίσω απ' τα γυαλιά μου τα στρογγυλά.

Έξυσα με το δεξί χέρι μου το μυτερό γένι μου

και εσύ με έκπληξη είπες:

Ούτε ο Κυανοπώγων δεν με κοίταξε έτσι

αλλά από κείνον γλίτωσα

και δραπέτευσες απ' το ποίημα

αιθέρια

όμορφη

γυμνή