Αναμνήσεις ενός... αξιοσέβαστου

Είχε μείνει μόνος κι είναι αλήθεια πως αυτό του έδινε μια αίσθηση ελευθερίας. Είχε χρόνο να γράφει. Συγκεντρωμένος στη Βυζαντινή ιστορία αλλά και στα Ανέκδοτα του Προκοπίου ήταν ευτυχής περίπου. Γιατί έτσι απέφευγε την πλήξη. Όχι δεν τη σκότωνε. Αυτή καθόταν εκεί σε μια άκρη υπομονετικά και τον περίμενε. Θα ‘βρισκε αυτή την ευκαιρία να τον μπλέξει στα δίχτυα της. Ωστόσο εκείνος δεν αφηνόταν στο έλεός της. Ήθελε να τον τυλίξει στο περίτεχνο μαύρο δίχτυ που είχε φιλοτεχνήσει.

Η αλήθεια είναι πως είχε ξεπέσει. Δεν ήτα στον πάτο. Όχι προς θεού. Αλλά η παρακμή προσπαθούσε κι αυτή να επωφεληθεί. Ζούσε λίγο ως πολύ με τις αναμνήσεις. Δεν έγραφε για το τότε. Αυτό μπορούσε να ζει μέσα από κάθε σχόλιο στο τετράδιο των ανώμαλων ρημάτων.

Ήταν ωστόσο αξιοσέβαστος. Δεν ήταν έτσι οι ξεπεσμένοι. Αυτός κρέμαγε κάθε απόγευμα τη μάσκα του στον καλόγηρο και την ξαναφόραγε κάθε πρωί. Τι υποκριτής θε μου. Μόνο οι κόθορνοι του έλειπαν. Αγόρασε ένα ζευγάρι. Γιατί όχι κι ένα γυναικείο κοστούμι θεατρικό; Παρίστανε την Μαντάμ Μπαντερφλάι. Από τη μαντάμ που πετάει χίλιες φορές καλύτερη. Ήταν Απόκριες άλλωστε. Ταίριαζε στην εποχή. Αλλά δεν μπορούσε πια να πετάξει όπως παλιά. Η σαγήνη της είχε αρχίσει να ξεθωριάζει. Δεν αιχμαλώτιζε πια τους πολλούς. Μόνο αυτούς που ήθελαν να μαγευτούν. Τελευταίοι θαυμαστές της ήταν κάτι τραβεστί. Αυτός όμως ποτέ δεν είχε προδώσει το φύλο του. Παρέμενε αρσενικός θαυμαστής των νέων αγοριών που συναναστρέφονταν ως τα γεράματα, όταν το κοστούμι της Μπαντερφλάι είχε καταλήξει στα σκουπίδια. Κι αυτές τις Αποκριές  εξαφανιζόταν να κρατά ταπεινό προφίλ στις απολαύσεις. Να τις κρύψει. Τις νυχτερινές – ιδίως αυτές – που κάλυπτε η κουρτίνα της νύχτας, αυτές που το φως δίσταζε ν’ αποκαλύψει. Μόνο που αυτός δεν κοκκίνιζε πια. Και οι κακορίζικοι  είχαν πάψει να τον δείχνουν με το δάχτυλο. Έπειτα ο χρόνος κυλούσε γοργά – άλλωστε βασανιστικά αργά- αλλά και στις δύο περιπτώσεις κάπως έπρεπε να παραστήσει το πέρασμά του. Με τη ζαρωμένη σάρκα, το τρέμουλο των δαχτύλων και καμιά φορά σκόνταφτε  στο κατάμεστο από έπιπλα διαμερίσματός του. Ή το λάμδα που έγερνε πια περισσότερο από άλλοτε και το πάντα όλο και γινόταν λιγότερο, μικρότερο και τα σβηστά κεριά πλήθαιναν. Και αυτός απέστρεφε το βλέμμα.