Τα όνειρα περνάνε με κόκκινο

Έστεκε σκεπτικός έξω από ένα πολυκατάστημα και κοίταζε αδιάφορα την βιτρίνα. Μέσα έπαιζαν δεκάδες τηλεοράσεις και οι εικόνες εναλλάσσονταν μπροστά του αστραπιαία. Σκεπτικός και ακίνητος, ενώ έβρεχε, ολομόναχος σ’ ένα πλατύ πεζοδρόμιο, φορούσε το μακρύ παλτό του, κάτω από μια μαύρη ομπρέλα που δeν θυμόταν να είναι δική του, σκεφτόταν πως δεν είχε ενδιαφέρον να κάτσει άλλο, μα ένιωθε καρφωμένος σε κείνο το μέρος, με τα μάτια του κολλημένα στις οθόνες. Ξαφνικά, οι εικόνες έπαψαν με μιaς, οι τηλεοράσεις γέμισαν χιόνια και αισθάνθηκε πως τώρα, αν το’θελε, θα μπορούσε να φύγει.

Γύρισε την πλάτη του στην βιτρίνα κι έκανε μερικά βήματα, ύστερα κοντοστάθηκε και γύρισε ξανά το κεφάλι του. Το βλέμμα του γέμισε τρόμο, η καρδιά του χτυπο;yσε δυνατά. Σ’ όλες τις οθόνες, έβλεπε πια μόνο τον εαυτό του να κοιτάζει έντρομος. Φορούσε ακόμη το παλτό του, μα κοιτάζοντας το θόλο της ομπρέλας, είδε πως είχε γεμίσει τρύπες, το νερό έσταζε πάνω του κι έβλεπε έναν σκοτεινό ουρανό, που φωτιζόταν κάθε τόσο από τις λάμψεις των αστραπών. Ξανακοίταξε τις οθόνες και ήταν ακόμη εκεί, με την διάτρητη ομπρέλα στο χέρι του, μούσκεμα, έκπληκτος και φοβισμένος. Η ομπρέλα αυτή, σίγουρα δεν ήταν δική του, κάποιος του την είχε φορτώσει, μα δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε και πώς την είχε αποκτήσει.

Κοίταζε τον εαυτό του, να βρέχεται απροστ;aτευτος κι ένιωθε ξανά καθηλωμένος, σαν άγαλμα, προικισμένο από ανεξήγητο λάθος, με νου και συναίσθημα. Η υγρασία είχε φτάσει ως το κόκκαλο κι αυτός πάντα εκεί, καρφωμένος, αμήχανος και ανήμπορος, όταν άκουσε την μηχανή ενός αυτοκινήτου κι ύστερα κι άλλων κι άλλων, ώσπου έστρεψε το κεφάλι του και είδε ότι ο δρόμος ήταν γεμάτος αυτοκίνητα κι απ’ το καθένα κατέβαιναν όλοι οι επιβάτες του, οικογένειες, ζευγάρια, γέροι, άλλοι ταλαιπωρημένοι, απεριποίητοι, άλλοι καλοντυμένοι, ευχαριστημένοι, μα όλοι με την ίδια προσμονή, κοιτάζαν λαίμαργα τις οθόνες ανήσυχα, με αγωνία. Ο δρόμος γέμισε ανθρώπους, άγνωστους, αν και εύρισκε στον καθένα χαρακτηριστικά από κάποιον γνώριμό του. Ένας ηλικιωμένος που στηριζόταν στο μπαστούνι του, είχε θα 'λεγες το ίδιο προσεγμένο μουστάκι του συμπαρουσιαστή του στο δελτίο και θα ορκιζόταν πως μια γυναίκα που τον κοίταζε απερίσπαστη στις συσκευές, είχε τα πράσινα μάτια της κόρης του. Μα ήταν όλοι τους ξένοι, το δίχως άλλο θα ήταν αδύνατο να φαντασθεί, ότι θα μπορούσε ν’ αλλάξει έστω και μια κουβέντα με κάποιον απ’ αυτούς. Κρατούσε στο χέρι του ακόμη την μαύρη ομπρέλα, μα μέσα απ’τις τρύπες της ο ουρανός φαινόταν τώρα φωτεινός και σε λίγο διαπίστωσε πως πολλοί απ’ το πλήθος δεν κοίταζαν πια στην βιτρίνα, παρά είχαν στρέψει τα βλέμματά τους στον κατάφωτο ουρανό, που ο ίδιος έβλεπε διάστικτο πίσω απ’ την ομπρέλα. Κι ύστερα είδε αυτό που πιο πολύ τον τρομοκράτησε. Την φιγούρα του στον ουρανό, σαν σε μια απέραντη γιγαντοοθόνη, με το παλτό και την τρύπια ομπρέλα στο χέρι και μέσα στις τρύπες της, που φάνταζαν τώρα απίστευτα μεγάλες, έβλεπε ξανά τον ουρανό, ξανά τον εαυτό του με το παλτό και την ομπρέλα κι ύστερα πάλι το ίδιο σε ατέρμονες, επώδυνες επαναλήψεις. Ο κόσμος κοίταζε, άρχιζαν να φωνάζουν κι οι φωνές τους έφταναν στ’ αυτιά του παραμορφωμένες, ακατανόητες, οι λέξεις ακατάληπτες, ανήκουστες, ώσπου, μες την οχλοβοή, ξεχώρισε την φωνή μιας γριάς, που τρεμάμενη μα απαιτητική, ζητούσε επίμονα, να ακούσει απ’ τα χείλη του το δελτίο ειδήσεων. Παρακολουθούσε κάθιδρος τον εαυτό του στην ουράνια γιγαντοοθόνη να πασχίζει να βρει μια λύση.

Ο κόσμος του ζητούσε να κάνει αυτό που τόσο καλά ήξερε, μα δεν είχε μπροστά του ειδήσεις να διαβάσει και δεν άντεχε την εικόνα του εαυτού του, έτσι χαμένου, μέσα στην τερατώδη μεγέθυνση της ίδιας του της καθημερινότητας. Ύστερα ένιωσε ένα σκούντημα στον ώμο, κάποιος πήρε απ' το χέρι του την ομπρέλα και την έκλεισε απότομα. Για λίγο, εξαφανίστηκαν όλα, σαν να λυτρώθηκε ανέλπιστα, μα αμέσως από τις χίλιες τρύπες της άρχισαν πάλι να ξεπηδούν πιο αγριεμένες οι μορφές των ανθρώπων και ξαναβρέθηκε στον ίδιο λαβύρινθο, εγκλωβισμένος και αβοήθητος. Έτρεμε. Έπειτα ένιωσε πάλι ένα απαλό σκούντημα στον ώμο και ύστερα ακόμη ένα. Μισάνοιξε τα μάτια. «Δύσκολη μέρα στο κανάλι»; Είδε τον οδηγό του, ακόμη δεν είχε καταλάβει. «Παραμιλούσατε, γι αυτό σας ξύπνησα». Σκούπισε το μέτωπό του μ’ένα μαντήλι. Έξω η βροχή είχε δυναμώσει για τα καλά και το μονότονο πέρα -δώθε των υαλοκαθαριστήρων μετρούσε τον χρόνο μέχρι ν’ανάψει το πράσινο στο φανάρι. «Δύσκολες μέρες νάνε κανείς διάσημος…» συνέχισε ο οδηγός που δεν έδειχνε να τον ενοχλεί ο μονόλογος «καμιά φορά μακαρίζω τον εαυτό μου, λιγότερες έγνοιες βλέπετε…»

Ο λόγος του σταμάτησε απροσδόκητα. Σκέφτηκε ότι δεν πολυπίστευε αυτά που έλεγε και το αφεντικό του, μάλλον το κατάλαβε. Εκείνος δεν τον πρόσεχε μα αισθάνθηκε πως κάτι έπρεπε να πει και ξεφύσησε ενοχλημένος. «ας ακούσουμε κάτι,» είπε απευθυνόμενος όσο μπορούσε πιο γενικά και άνοιξε το ραδιόφωνο. Αναγνώρισε την φωνή της Εντίθ Πιάφ, να διατείνεται πως δεν μετανιώνει για τίποτα, ανάμεσα σε παρεμβολές παρασίτων. Δεν τους έδωσε σημασία, η μουσική τον ευχαρίστησε, την σκέφτηκε σαν μια μακρινή συγκατάβαση. Κοίταξε έξω, την στιγμή που μια μηχανή φρέναρε δίπλα τους. Οι σταγόνες στο τζάμι κατηφόριζαν σιγά-σιγά σε αυλάκια, κλέβοντας κάτι απ’ τα χρώματα των φωτεινών επιγραφών του έξω κόσμου. Η γυναίκα, στην μηχανή που πριν λίγο σταμάτησε δίπλα τους, του κέντρισε την προσοχή. Τον κοίταζε μέσα απ’ το κράνος της και του φάνηκε για μια στιγμή, πως τα χαρακτηριστικά της είχαν ζωντανέψει μέσα απ’ το όνειρό του. Όμως τώρα, δεν ένιωθε φοβισμένος, σκέφθηκε ότι θα τον είχε αναγνωρίσει, καθώς τον διαπερνούσε αυτό το γνώριμο ρίγος που δεν έλειπε ποτέ από τις στιγμές εκείνες που αισθανόταν τα βλέμματα επάνω του, να περιμένουν με κάποια απροσδιόριστη αδημονία να συναντήσουν το δικό του.

Η γυναίκα του χαμογέλασε και κείνος ανταπέδωσε το χαμόγελο αβίαστα, με την ικανοποίηση της μαγείας της στιγμιαίας έλξης. Εκείνη ακούμπησε το χέρι της στο παράθυρο, ζητώντας του μ’ ένα νεύμα να το κατεβάσει. Υπάκουσε ασυναίσθητα, περιμένοντας τον τρόπο που θα επέλεγε να του ζητήσει να τον ξαναδεί, καθώς το φανάρι γινόταν πράσινο. Τον πυροβόλησε τρείς φορές, ενώ περίμενε χαμογελαστός την εξέλιξη του ερωτικού παιχνιδιού που δούλευε στο μυαλό του, πριν ο οδηγός προλάβει να ξεκινήσει και πάλι, διακόπτοντας το σιωπηλό του μαρτύριο. Η μηχανή σπίνιαρε και εξαφανίστηκε πάνω στον υγρό δρόμο, καθώς η γυναίκα, ξανά αυστηρή, στην υπόκρουση του ήχου της μηχανής της σκεφτόταν πως η φαντασία τρυπώνει μέσα μας με Δούρειους Ίππους και ο οδηγός, εμβρόντητος, κοίταζε πελαγωμένος τον άνθρωπο δίπλα του, συγκρατημένο απ’ την ζώνη ασφαλείας, σκυμμένο πάνω απ’ τον διακόπτη του παραθύρου, με το αίμα να κατηφορίζει από το μέτωπο, αυλακώνοντας το πρόσωπό του, όπως οι σταγόνες το τζάμι του αυτοκινήτου, που πάγωσε πάνω στον δρόμο, με το φανάρι αναμμένο, πράσινο.