Ημερολόγια εγκλεισμού - 18

Μ. Παρασκευή 17 Απριλίου 2020

Ανάψαμε ένα κερί όταν ακούσαμε και περί δε την ενάτην ώραν, σκότος εγένετο εφ' όλην την γην.

Ανάψαμε ένα κερί και είδαμε την πομπή να ανεβαίνει, ωστόσο κάτι μας εμπόδιζε κάτι που κρεμόταν στο εσωτερικό μας, το ''ορατό ακοτάδι''. Δεν θα μπορέσουμε να δούμε ποτέ το χρώμα του σκοταδιού σκεφτήκαμε. Δεν θα έχουμε ποτέ την ανάμνηση του, αλλά δε θα το ξεχάσουμε ποτέ το σκοτάδι. Μέσα στην κάμαρη σκόρπιος αέρας σκοταδιού. Κανένα νήμα φωτός. Μακάρι ο κόσμος που μας περιβάλλει να ήταν άχρωμος. Ωστόσο δεν είναι παρά σκοτεινός.

Έχουμε ένα σχέδιο. Ένα σχεδόν σχέδιο.

Θέλουμε να κόψουμε ένα λουλούδι. Θέλουμε ν' ακούσουμε το βραστήρα να σφυρίζει για να μας στείλει στην κουζίνα να ετοιμάσουμε το τσάι.

Ποιος είναι αυτός που απαριθμεί; Τι, δεν έχει σημασία. Σοκάκια, πλατείες, καλντερίμια, μια πλάτη γυρισμένη, μια μαύρη φιγούρα, μια κάπα κρεμασμένη στο καρφί, το καρφί, τα καρφιά, τους Φαρισαίους, τους υποκριτές, την ευδαιμονία, το έγκλημα, το φόνο, μια όμορφη μελαχρινή στα πόδια του σταυρού, μια Μαγδαληνή, έναν άντρα που λατρεύει τη γυναίκα του, τη Ντολόρες μια ασήμαντη σταρ, τον Πλούτωνα, το θεό του Άδη, τον Έντγκαρ Άλαν Πόε μέσα στο πλήθος που περιέγραφε στον Άνθρωπο του Πλήθους, τον Γουόλτ Ουίτμαν ξαπλωμένο στα Φύλλα Χλόης, τη θάλασσα τα μεσάνυχτα, μια καταιγίδα, κι ύστερα εσύ και εκείνο το μυστηριώδες, αν με αποκτήσεις θ' αποκτήσεις τα πάντα, η ζωή σου όμως θα μου ανήκει, αυτή είναι η βούληση του Κυρίου. Να ποθείς και οι πόθοι σου να εκπληρώνονται.

Σκόρπιες λέξεις, ιδιωτικές αρετές, μελαγχολία, περίσκεψη σε κήπο με τσουκνίδες..

Ο Τανιζάκι, λάτρης της αβρότητας εν μέσω ενός σκιερού ωκεανού ευδαιμονίας όπως λέει στη Σαγήνη του Μαύρου η Φαμπιέν Αλίς οδηγεί κάποιον επισκέπτη στον κήπο των απολαύσεων όπου συναντά γυναίκες της προσμονής που μετακινούνται με αργές κινήσεις μέσα σε πυκνό σκοτάδι, αλλόκοσμο. 

Στις μέρες μας είναι γενικά του συρμού τα μικρότερα δωμάτια, κι επειδή κατασκευάζουν καμαρούλες δέκα, οκτώ ή και έξι τατάμι, αν, έστω και μόνο για να διαπιστώσουμε του λόγου το αληθές, ανάψουμε ένα κερί, δεν θα μπορέσουμε να δούμε το χρώμα του σκοταδιού, ενώ στα παλιά παλάτια και στους οίκους διασκεδάσεων, όπου συνηθιζόταν τα ταβάνια να είναι ψηλά, οι διάδρομοι φαρδείς, οι χώροι στα δωμάτια μεγάλοι δεν θα κρεμόταν συνεχώς στο εσωτερικό τους από παντού ένα τέτοιο σκοτάδι σαν ελαφριά ομίχλη; Και δεν βούλιαζαν κατά συνέπεια εντελώς εκείνες οι κυρίες της υψηλής αριστοκρατίας μες στην υγρή στάχτη  ενός τέτοιου σκοταδιού; (...) μέσα στην κάμαρη είναι σαν σκόρπια αέρινα νήματα και επειδή εύκολα ξυπνάει τις παραισθήσεις, κάποτε μπορεί να γίνει ανατριχιαστικότερο ακόμα και απ' το σκοτάδι έξω απ' το σπίτι (ο συγγραφέας μιλάει εδώ γι' αυτό που χαρακτηρίζει «ορατό σκοτάδι») δαιμόνια και φαντάσματα αρχίζουν σε λίγο να ξεπηδούν μέσα σε ένα τέτοιο σκοτάδι, και δεν θα πρέπει τελικά η γυναίκα που ζούσε μέσα εκεί περιτριγυρισμένη από χοντρές κουρτίνες ατέλειωτες σειρές παραβάν και συρτές πόρτες, να ανήκε και αυτή στην ίδια οικογένεια με κείνα τα τέρατα;

Κι  η σκιά εισδύει, σχεδόν σαν αυτονόητος συμβιβασμός, ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως.

Και μεις επιχειρήσαμε αυτή την αναφορά στο σπίτι της ηδονής προς τιμήν της Μαγδαληνής που φέρεται να παρηγορεί τη μητέρα του Χριστού που βλέπει το γιό της σταυρωμένο.

Τίποτα δεν είναι πιο μαύρο από την πόλη της φριχτής νύχτας. Τίποτα δεν είναι πιο ορατό απ' τον έρωτα στο σκοτάδι.

Άκου ό,τι ζει /πρέπει να πεθάνει, να περάσει /από τη φύση στην αθανασία (η Γερτρούδη στον Άμλετ).

Κι ύστερα δεν μπορούμε να αφηγηθούμε καλά τη ζωή των ανθρώπων, αν δεν την βουτήξουμε μέσα στον ύπνο όπου βυθίζεται ο άνθρωπος, ο οποίος, νύχτα με τη νύχτα, την περιβάλλει, με τον ίδιο τρόπο που μια χερσόνησος πολιορκείται από τη θάλασσα, λέει ο Προυστ. Γι' αυτό η πρώτη φράση του Αναζητώντας το Χαμένο Χρόνο, στο πρώτο του μέρος στη Μεριά του Σουάν, είναι:

Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς. Μερικές φορές, μόλις έσβηνε το κερί, τα μάτια μου έκλειναν τόσο γρήγορα ώστε δεν πρόφταινα να αναλογιστώ: «Με παίρνει ο ύπνος».

Κι ύστερα βλέπω το μαύρο του ματιού του Γκόγια, αυτό στο οποίο οφείλονται όλα τα Καπρίτσια του και άμα δεις αυτά μπορείς να προχωρήσεις πέρα από το Μαύρο, πέρα από τον Ρήνο, πέρα από την Μάγχη, ίσως να ταξιδέψεις στον Ατλαντικό, αλλά όπου και να πας ένα έντονα βαθύ μαύρο κάπου θα διαγράφεται σε κάποιο βάθος. Ιδίως όταν προσπαθείς να ξεχωρίσεις τις φιγούρες, μαύρες και αυτές που ανεβαίνουν τον Γολγοθά. Τ' όνομά του Κρανίου Τόπος, φαλακρό βουνό. Και η μουσική του Μουσόρσκι να συνοδεύει την ολιγοπρόσωπη πομπή. Νύχτα στο φαλακρό Βουνό.

.

 Τη νύχτα αυτή η αστυνομία

μάζεψε τους αλήτες απ’ το πάρκο

πλάκωσε το εκατό

κι ακουγόταν μέχρι εδώ η σειρήνα

φύγε φύγε όσο έμεινε καιρός

γιατί η νύχτα στο κρατητήριο είναι κρύα

πώς βαστιέται τέτοιος εξευτελισμός.

(...)

Το κλειδί βάζω στην πόρτα για να μπω

το δωμάτιο είναι κρύο και στενό

όταν πέφτει το βραδάκι τι να πω

σε θυμάμαι με το πράσινο παλτό.

 

Όταν πέφτει το σκοτάδι

στα υπόγεια τα ρεύματα βουίζουν

την αλήθεια ποιος θα μάθει

ένορκοι πληρωμένοι θα με κρίνουν

Η ζωή μου έχει γεμίσει μυστικά,

στους διαδρόμους ψευδομάρτυρες καπνίζουν

και οι φίλοι με κερνούν ναρκωτικά

(...)

μετανάστες ξαναγύρισαν εδώ

τρομαγμένοι φεύγουν απ’ τη Γερμανία

την καρδιά μου στους σταθμούς την τυραννώ.

(...)

την θυμάμαι ένα κάμπο να διαβαίνει

στο ασανσέρ όλο φοβότανε να μπει

η συννεφούλα μου κερδίζει το παιχνίδι

τώρα στα χέρια της κρατάει το ψαλίδι

κι έτσι είναι περισσότερο ορφανή

(...)

κι απ’ το πάρκο μέχρι εδώ

η σειρήνα του εκατό

ακούς ουρλιάζει

το δωμάτιο είναι κρύο και στενό

(...)

αυτή τη νύχτα η καρδιά μου είναι βαριά

δεν υπάρχει ούτε μια λέξη να μου δώσεις

αλλά εσύ που μ’ αγαπούσες

μια φορά όπως πριν έτσι και τώρα θα με νιώσεις.

(Διονύσης Σαββόπουλος).

 

 

Ο αναστεναγμός του κόσμου φτάνει ως εμένα.

Η αδιαφορία του σκορπίζει παντού, πλέει στους τέσσερις ανέμους.

Η αμυαλιά του κόσμου, ο σταυρός και το σπαθί, ο Ιούδας.

Κι ο αέρας του

βραδιού

να του χτενίζει τα μαλλιά. Τι και αν έδωσε το τελευταίο φίλημα

ο πυρετός του έκαιγε το στόμα, τι και αν τ' αργύρια ομορφαίνουν

τη ζωή

ο θάνατος είναι η μόνη συγκατάβαση.

 

Μα εγώ τον συμπόνεσα στην απελπισμένη του κίνηση. Ήτανε

φίλος μου

μ' έβλεπε στον ανήσυχο ύπνο του και τιναζόταν. Με ξεχώριζε

στο ανώνυμο πλήθος και μου 'σφιξε το χέρι - ''δε χώρισα ποτέ

ευθύνες, είπε

''Δε δίστασα στην εκλογή, ξέρω πάντα καλά τι είναι αλήθεια''

(Νίκος - Αλέξης Ασλάνογλου)

 

 Ξημερώνοντας τρεις σταυροί φαίνονταν υψωμένοι στην κορυφή του λόφου.