Στρόβιλος, ιστορία έβδομη

Η κυρία με το βιβλίο στο χέρι καθόταν και αυτή τη φορά στο καφέ Cafe Deldestino μ’ ένα διπλό εσπρέσο μπροστά της και διάβαζε μια πολύ παράξενη ερωτική ιστορία:

«Τη χάιδευε. Της χάιδευε τα μαλλιά. Το πρόσωπο. Τα χείλη με τον αντίχειρά του. Τους λοβούς των αυτιών της. Το πηγούνι που ήταν προτεταμένο. Εκείνη ήταν ψύχραιμη. Σχεδόν ψυχρή, ώσπου έφτασαν στο λαιμό της και τα πέντε δάχτυλά του. Διέγραψε μια παλινδρομική τροχιά με την ανάστροφη των δαχτύλων του. Πολύ αργά, φευγαλέα. Ύστερα άνοιξε την παλάμη του και αγκάλιασε τον λαιμό της. Ήταν λεπτός. Χώρεσε ολόκληρος μέσα στην παλάμη του. Έγειρε το κεφάλι της πίσω. Του πρόσφερε το στόμα της. Εκείνος της δάγκωσε το κάτω χείλος. Μέχρι που μάτωσε. Έβγαλε μια μικρή κραυγή πόνου εκείνη. Αυτουνού του ξέφυγε ένα αχ. Τον ρώτησε, ενώ το στόμα της κουνιόταν δύσκολα, έπλυνες τα χέρια σου; Εκείνος τράβηξε απότομα το χέρι του. Της το έδειξε. Εκείνη αποφάσισε πως δεν ήταν καθαρό. Αυτός διαμαρτυρήθηκε. Αλλά δεν ωφελούσε. Τον διέταξε να φέρει τη μέγγενη. Αυτός υπάκουσε χωρίς να βγάλει λέξη. Απασφάλισε τη μέγγενη. Της την έδωσε. Εκείνη του έπιασε το δείκτη. Έσπασε τη μικρή φάλαγγα. Προηγουμένως πρόλαβε και του έχωσε ένα μαντήλι στο στόμα. Εκείνος βόγκηξε, ένα βόγκηγμα με ουρά. Είχαν απομείνει μόνο τα δύο τρίτα από το δείκτη του. Τώρα δεν μπορούσε να της υποδείξει τίποτα. Έπρεπε μόνο να υπακούει.

Μια βδομάδα μετά η σκηνή του χαϊδολογήματος επαναλήφθηκε. Εκείνη έδειχνε να την απολαμβάνει από την αρχή. Από τα μαλλιά, από τα μάγουλα, από τα χείλη. Όταν έφθασε στο λαιμό εκείνη άρχισε να έχει οργασμό. Οι σπασμοί της έμοιαζαν με σεληνιασμό. Εκείνος έβγαλε μια μακρόσυρτη κραυγή. Μουρμούρισε, είμαι δικός σου, δικός σου μόνο δικός σου. Πλένω τα χέρια μου με ροδόνερο, αλλά δεν μπορώ να σε δείξω σε κανένα. Μόνο εσύ μπορείς να μ’ έχεις.»

 

Αποτράβηξε το βλέμμα της από τη σελίδα εντυπωσιασμένη. Ήθελε κάποιο χρόνο να συνέλθει από την έκπληξη, αλλά ο ήχος του κινητού τη διέκοψε. Είχε ξεχάσει εντελώς την ύπαρξή του. Χαμογέλασε μόλις άκουσε τη φωνή του. Ναι, θα πήγαινε. Την ώρα μόνο ήθελε να μάθει. Το εστιατόριο ήταν στην παραλιακή λεωφόρο. Λεγόταν «Τραμπάλα για δύο». Γέλασε. «Μη μου πείτε πως θα κάτσουμε σε τραμπάλες και θα ανεβοκατεβαίνουμε τρώγοντας… έχετε δίκιο θα γελάσουμε πολύ. Και νομίζω πως έχουμε το ίδιο βάρος. Σπάνιο για ζευγάρι.» Δαγκώθηκε. Δεν ήταν ακόμη ζευγάρι, ούτε παιδιά για να κάνουν τραμπάλα.