Ενύπνιο

Η λέξη είναι άσπιλη ή είναι κατάρα.

Η λέξη είναι Νύχτα κι η Νύχτα είναι κυκλική λένε, με πόθο διακαή, οι μαθητές του Πυθαγόρα. Αυτό ισχυρίζεται αυτός που έζησε και γύρισε στον Πύργο της Βαβέλ. Αυτός που λαλεί τις γλώσσες όλες, ανθρώπων και αγγέλων. Ο Εγώ.

Ο Εις που κανείς ποτέ δεν τον είπε. Κι αυτός ελάλησε την Νύχτα την αξημέρωτη και την πήρε από το χέρι. Και την έχασε νομίζοντας πως την κρατά. Αλλά κρατούσε ένα ομοίωμά της. Και τη σκιά της που όμως απουσίαζε κι αυτή.

       Κι ύστερα ένα παιδί αναποδογυρίζει ένα κουβά με θολό νερό. Σ’ ένα πάτωμα με σκουροπράσινα πλακάκια. Δυο γυναίκες απειλούν την ησυχία ενός κοιμισμένου. Το μάτι ενός αυγού σφηνώθηκε στον οισοφάγο του και δεν έλεγε να τον εγκαταλείψει. Μερικά μήλα πάγωναν στο ψυγείο. Και μια μπανάνα νυχτώθηκε στον πάγκο της κουζίνας.

       Ήταν πρόωρο το σκοτάδι της μέρας. Μια γρίλια ξεκαρφώθηκε από το παράθυρο κι έπεσε στο μαρμάρινο σκαλοπάτι.

       Τρία πρόσωπα τον τρομοκρατούσαν σε ένα ενιαίο ενύπνιο.