12.-Ο κ. Ερνέστος

Έχει στρώσει το βραδινό τραπέζι. Τρώνε μαζί, παρ όλο που αυτός είναι ο Κύριος, κι εκείνη η οικιακή βοηθός.

Έχει μαγειρέψει χοιρινό με δαμάσκηνα και πουρέ καρότου. Το κρασί είναι ἐνα Blanc Noir. Το λικέρ του καφέ, ήδη σερβιρισμένο στο τραπεζάκι, δίπλα στην μωβ πολυθρόνα του. Τον αγαπά βαθιά. Όταν ζητά το σώμα της, το έχει.

Είναι ήδη 24.13 μεσονύχτιο. Έπρεπε να είχε γυρίσει. Η γυναίκα, αποκοιμιέται στο τραπέζι πάνω στα σταυρωμένα χέρια της. Ξυπνά, όταν ο γάτος ανεβαίνει στον αυχένα της. Ανησυχεί, αλλά περιμένει μέχρι το πρωί. Το μεσημέρι βλέπει τον φάκελο.

-Δεν θα γυρίσω. Φρόντισε τον Felix και το σπίτι. Σου ανήκουν. Μόνον, σε παρακαλώ, στο δωμάτιο που ποτέ δεν μπήκες, να μην μπεις ποτέ.

Κάνει δήλωση για την εξαφάνιση. Επίσης μεριμνά περί τα κληρονομικά.

Περνά ένας άτονος χρόνος, ωσότου μπει στο απαγορευμένο δωμάτιο. Μία κρεβατοκάμαρη γυναικός. Η τουαλέτα, με οβάλ καθρέφτη γεμάτη αρώματα και βαζάκια με κρέμες. Στην μεγάλη κτένα, υπάρχουν ακόμη μακριές τρίχες από κόκκινα μαλλιά. Μία πολυθρόνα, εμπρός στο παράθυρο. Η θέα,  ένα έρημο οικόπεδο με νεκρά αυτοκίνητα. και πολύ μακρύτερα, στο βάθος, η ταραγμένη θάλασσα. Σκόνη παντού. Χρυσή σκόνη και, στις κόγχες του τοίχου όμορφες αραχνοφωλιές. Η φωτογραφία της, μεγάλη πάνω από το κρεβάτι. Της μοιάζει.

Μακραίνει τα μαλλιά της. τα βάφει κόκκινα, Παχαίνει. Φορά τα εξαιρετικά φορέματα και τα σύνολα της απούσας. Κοιμάται στο δωμάτιο που, της είχε απαγορευτεί. Γίνεται εκείνη.

Φίλους δεν έχει. Περνά τις ημέρες της, κάνοντας οικιακές εργασίες, και, το βράδυ κάθεται στην κουνιστή πολυθρόνα της προκατόχου. Το διάφανο τούλι της κουρτίνας, γίνεται πέπλο, εσάρπα, σύννεφο και παιγχνιώδες αερικό.

Ξεχνά το όνομά της. Είναι η Άλλη.

Το βράδυ της 25 Ιανουαρίου πλαγιάζει νωρίς. Νιώθει πονοκέφαλο, ψυχής τον ονομάζει. Ο αέρας σιγοντάρει την ραγδαία βροχή, σαν σε όπερα με στεντόρειες φωνές. Norma τραγουδά η φωνή του. Στο χέρι της, φορά ένα μονόπετρο που, ανήκε στην άλλη γυναίκα. ενδιάμεσο το ονομάτισε αργότερα.

Πρώτα, τινάζεται το ζώο. ανατριχιάζει. Μετά, ακούει το κλειδί και, την πόρτα να ανοίγει μαλακά. Παγώνει, αλλά φαντάζεται πως, ο Κύριος γύρισε. Ο αγαπημένος της Κύριος. Σηκώνεται.

-Γύρισα, λέει η γυναικεία φωνή, και, η Εκείνη, η Άλλη, βλέπει εμπρός της Εκείνη.

Οι γυναίκες, κοιτάζονται σαν σε καθρέφτη, τόσο μοιάζουν. Μόνο, που της νεοφερμένης τα ρούχα είναι γεμάτα λάσπες και, στον λευκό λαιμό της κρέμεται, βαρύτιμο περιδέραιο, η βαθιά ουλή, εκείνου του παλαιού  απαγχονισμού.