Η ποδόσφαιρο – ποίηση της πολιτικής ζωής και η μυστηριώδης πρόταση...

Μόλις γύρισα στο τραπέζι είδα ότι απέναντι από τον Εμμανουήλ είχε κάτσει ο καφετζής και κοουτσάριζε (έδινε γραμμή, δηλαδή):

«Όπως σου είπα, παλιοβλάκα: να κάνετε ό, τι σας ζητήσουν. Μ’ ακούς; Και να το πεις και στον άλλον τον μαλάκα», άκουσα να του λέει ο καφετζής στον Εμμανουήλ, καθώς πήγαινα να κάτσω στην καρέκλα μου

«Σε ποιον μαλάκα, καλέ μας Καφετζή, να πει ο Πανούλης μας;», ρώτησα τον Καφετζή, καθώς καθόμουν στην αναπαυτική μου καρέκλα

«Σ’ αυτόν τον μαλάκα», γύρισε και μου απάντησε ο καφετζής, δείχνοντας ταυτόχρονα με το δείκτη του δεξιού του χεριού προς το μέρος μου

Γύρισα πίσω μου να κοιτάξω ποιον έδειχνε ο καφετζής, αλλά είδα μονάχα τον Κυριάκο τον Κουτρουμπέλη, έναν από τα βασικά στελέχη του καφενείου του Λουκά, να κάθεται αμέριμνος και να πίνει την μπύρα του

Περίεργο, σκέφτηκα, τι του έκανε ο Κυριάκος του καφετζή, και τόνε λέει μαλάκα; Ο καημένος ο Κυριάκος δεν ενοχλεί κανέναν. Ούτε μιλάει, ούτε λαλάει. Μονάχα κελαηδάει:

«Μτσ, μτσ, μτσ … Μτζίου, μτζίου, μτζίου… τσίου, τσίου, τσίου, τσίου», μου είπε ο Κυριάκος, μόλις μ’ είδε

«Καλό χειμώνα, Κυριάκο μου», του ευχήθηκα, σηκώνοντας το χέρι μου

Για να μου απαντήσει, με την ευγένεια που τον διακρίνει:

 «Μτσίου, μτσίου, μτσίου, μτσίου, μτσίου, μτσίου»

[Παλιά, ο Κυριάκος, ο οποίος είναι οδηγός σε όχημα του ΕΚΑΒ, μίλαγε κανονικά. Αλλά το καλοκαίρι του 2015 έπαθε μια κρίση κατάθλιψης, απ’ την οποία δεν έχει συνέλθει ακόμα. Είναι άγνωστο το τι του προκάλεσε αυτήν κατάθλιψη, η οποία – σημειωτέον – συνοδεύτηκε κι από μια έντονη τριχόπτωση, η οποία δεν δικαιολογείται από την ηλικία του, αφού είναι μόλις 32… Κάποιοι στο καφενείο, πάντως, λένε ότι του την δημιούργησε η ομοιότητα του επωνύμου του, μ’ εκείνο του άσου του Παναθηναϊκού, που είναι κι η αγαπημένη ομάδα του Κυριάκου, του Γιώργου του Κουτρουμπή – το Κουτρουμπέλης, βλέπετε, είναι πολύ κοντά  Κουτρουμπής. Άλλοι ισχυρίζονται ότι για την κατάθλιψη του Κυριάκου ευθύνεται ο Αλέξης Τσίπρας, και ότι η υπογραφή του τρίτου μνημονίου τον οδήγησε στο νευρικό κλονισμό και στη ψυχολογική κατάρρευση…

Πάντως, ο Κυριάκος καμιά φορά μιλάει ανθρωπινά. Η πιο συνηθισμένη – και η μοναδική λογική – φράση που λέει είναι:

«Κυρ – Λουκά…, μια μπύρα»

Από κει και πέρα, μονολογεί. Λέει, λ. χ, στο ξεκούδουνο: «Τσίπρας– Κουτρουμπής, Παλτά Ολκής»! 

Ή: «Βαρουφάκης…, ο Πουκαμισάς»!!

Ή: «Ποιος Μπεκενμπάουερ, ρε; Κουτρουμπάουερ! Κουτρουμπάουερ!!»

Και μετά: «Συριζάρα – Τριφυλλάρα – Πασοκάρα»

(Προτού γίνει Συριζαίος, ο Κυριάκος ήτανε Πασόκος)

Επίσης, μερικές φορές τραγουδάει κιόλας:

«Τσίπρα ολέ, Τσίπρα ολέ/ Να χα ένα ναργιλέ/ να καπνίζω και να πίνω/ να σε βλέπω σα Πελέ»!!!!

Πολιτική και ποδόσφαιρο έχουν γίνει αχταρμάς στο κεφάλι του καημένου του Κυριάκου…

Κρίμα…]

Μέτα τις κελαηδιστές ευχές του Κυριάκου, γύρισα πάλι προς τον Παναγιώτη και τον καφετζή. Αλλά ο καφετζής είχε εξαφανιστεί. Δίπλα απ’ την καρέκλα που καθότανε πριν από 4 δευτερόλεπτα ο Λουκάς, στεκόταν όρθια, τώρα, η Νταίζη, κρατώντας στο ’να χέρι  τη Πέγκυ απ’ το λουρί και στ’ άλλο, την τσάντα της. Μας κοιτούσε, χτυπώντας ταυτόχρονα νευρικά το πόδι της,  μ’ αυστηρό κι  αγριεμένο βλέμμα.

Και μίλησε – στην αρχή σιγανά και αργόσυρτα:

«Προαγωγοί! Μαστροποί!!»

[Ακούστηκε σαν «Πρρροαγωγοί! Μαστρρροποί!!»]

 «Γάου, γάου, γάου», πρόσθεσε η Πέγκυ, συμφωνώντας με τη μαμά της

Ύστερα αγρίεψε και δυνάμωσε κι ο τόνος της φωνής:

«Είστε δύο ελεεινοί και τρισάθλιοι μαστροποί!!»

[Ακούστηκε σαν: «Είστε δύο ελλλεεινοιοιοί και τρρισάθλλλιοιοιοι μαστρρρροποίοιοι!!»]

Μετά, έβαλε το χέρι της στο μέτωπο της και συνέχισε, κλαίγοντας και φωνάζοντας μαζί:

«Εκμαυλισταί! Εκμαυλισταί!! Αναγκάσατε δύο αγνά φτωχά κορίτσια, δύο αθώα πλάσματα, να γίνουν…, να γίνουν… ιερόδουλες, να γίνουν…, να γίνουν…  εκδιδόμενες… επί χρήμασι!! Αισχροί! Ξεδιάντροποι μαστροποί!!»

[Ακούστηκε σαν: «Εκμαυλισταίαι! Εκμαυλισταίαι!! Αναγκάσατε δύο αγνά φτωχά κορίτσια, δύο αθώα πλάσματα να γίνουν…, να γίνουν… ιερρρόδουλεεες, να γίνουν…, να γίνουν…  εκδιδοοόμενες… επί χρρρή – μασιιι!! Αισχρρροιοιοί! Ξεδιάντρρροποι μαστρρροποίοιοι!!»]

Μόλις η Νταίζη ολοκλήρωσε το κατηγορώ της, ακούστηκε ένα «Οοοοοοοοοοοοοοοοοο!», απ’ άκρη σ’ άκρη του προαύλιου του καφενείου

[Μας είχαν πάρει στο ψιλό όλοι οι γνωστοί… Γελοία υποκείμενα! Κουτσομπόληδες!!]

Ενθαρρυμένη από τις επιδοκιμασίες του κοινού, η Νταίζη γύρισε προς το μέρος μου και μου είπε:

«Φτου σου, κάθαρμα!»

Και μ’ έφτυσε…

Και μετά γύρισε στον Παναγιώτη:

 «Φτου σου και σε σένα, κακούργε!!»

Και τον έφτυσε…

Ο Παναγιώτης κοκκινισμένος από ντροπή, απευθύνθηκε στην Νταίζη:

 «Μα… Νταίζη μου, να σου …»

[Μαλάκα, Εμμανουήλ! Σε φτύνουν και ζητάς συγνώμη!!]

Η απάντηση της Νταίζης Αρχοντοπούλου ήταν πιο οργισμένη από ποτέ:

«Να μη μου… τίποτα», είπε, χτυπώντας με δύναμη την παλάμη της στο τραπέζι

Και συνέχισε:

«Και μη με ξανά – αποκαλέσεις, Νταίζη, τιποτένιε μαστροπέ! Τ’ όνομα μου είναι Δάφνη, Δάφνη Αρχοντοπούλου!», είπε, και αφού πήρε την Πέγκυ στην αγκαλιά της, έκανε στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών και γύρισε στο τραπέζι της, όπου την περίμενε ο Μίκης, ο οποίος είχε ρίξει το πρόσωπο του στις παλάμες των χεριών του, και ο Αλέξης, ο οποίος κουνούσε χαρούμενος την ουρά του

Γύρισα, σαστισμένος και πικαρισμένος όπως ήμουνα, να κοιτάξω τον Παναγιώτη. Διάβαζε ένα χαρτάκι

Προτού προλάβω να πω οτιδήποτε, ο Πάνος μου ψιθύρισε:

«Διάβασε το χαρτάκι που μας άφησε η Νταίζη στο τραπέζι» και μου ’δωσε το χαρτάκι που διάβαζε

Πήρα το χαρτάκι στο χέρι μου κι άρχισα να το διαβάζω:

«Σε παρακαλώ, κολίγε, μάθε από πού ψώνισαν τα υπέροχα τους ρούχα τα κορίτσια και κοινοποίησε το στον σοφέρ μου»

Κοίταξα τον Πάνο. Είχε δέσει τα δάχτυλα των δυο του χεριών μπροστά απ’ το στόμα του.

Ύστερα γύρισε και μου πε:

«Η Νταίζη τ’ άφησε στο τραπέζι, όταν το χτύπησε με την παλάμη της, προηγουμένως»

Γύρισα να κοιτάξω την Νταίζη. Αν κι εκείνη την στιγμή κατσάδιαζε τον Μίκη – Μιχάλη, ο οποίος είχε σηκώσει το βλέμμα του και κοίταγε βαριεστημένα το ταβάνι της πυλωτής, αντιλήφθηκε το βλέμμα μου, μου ’ριξε ένα επιτιμητικό βλέμμα, και μου ’βγαλε επιδεικτικά  τη γλώσσα της

Γύρισα ξανά προς τον Πάνο.  Εξακολουθούσε να χει δεμένα τα δάχτυλα των δυο του χεριών μπροστά απ’ το στόμα του. Αλλά τώρα κούναγε νευρικά τα πόδια του, κοιτώντας, σα χαμένος, το τραπέζι

Πήρα το λόγο, και του ψιθύρισα:

«Μας έβγαλαν ρεζίλι οι πουτάνες σήμερα»

Απάντησε οργισμένα και φωναχτά:

«Μη ξαναμιλήσεις έτσι για τα κορίτσια!»

«Καλά σου λέει», ακούστηκε απ’ το καφενείο

Και αμέσως μετά – πάλι μέσα απ’ το καφενείο:

«Παλιό – μαλάκα!»

[Καφετζής: Και σπάγκος – και μαρτυριάρης – και υβριστής]

Στην άδικη επίθεση που μου εξαπέλυσαν Εμμανουήλ και καφενείο, απάντησα με παρρησία:

«Ρε συ Πάνο, δεν είδες πως ήτανε ντυμένες και βαμμένες οι γκόμενες; Έχεις ξαναδεί έτσι ντυμένη τη Ρούλα; Όχι, πες μου, την έχεις ξαναδεί; Εδώ μιλάμε για πλήρη πουτανοποίηση!», είπα ψιθυριστά στον Πάνο

«Έλα, ρε Μάνο. Ποια πλήρη πουτανοποίηση και πράσινα άλογα; Πολύ ωραία έχουν ντυθεί απόψε τα κορίτσια»

[Πολύ ωραία έχουν γδυθεί! Πολύ ωραία έχουν γδυθεί!! Και ποια κορίτσια; Η μια είναι 39 κι ή άλλη 43!!!]

Και συνέχισε, ψιθυριστά – και κοιτώντας το πεζοδρόμιο:

«Η δε Αργυρώ…  ήταν…, είναι… εκθαμβωτική. Πιο όμορφή από ποτέ…»

[Αργυρώ; Πρώτη φορά την αποκαλεί «Αργυρώ»! Ζαχαρένια ή Ζαχαρούλα – την αποκαλούσε!!]

Ύστερα, με κοίταξε – και συνέχισε:

«Είμαι ερωτευμένος μαζί της. Δεν έχω ξανά –αισθανθεί έτσι για εκείνη» 

Και ξανά – κοιτάζοντας το πεζοδρόμιο:

«Ούτε και όταν την πρωτογνώρισα»

[Α, καλά! Α, καλά!! Α, καλά!!! Ο Εμμανουήλ τα χει παίξει, παιδιά. Έχει πετάξει λευκή πετσέτα. Με τέτοια ενδοτική ψυχολογία, προβλέπω η Χρύσα κι η Ρούλα να μας ρίχνουν πεντάρα στο Ρεντ Φλαγκ]

Μετά κοίταξε προς το μέρος μου και ψιθύρισε

«Αλλά και η δικιά σου…, η Χρυσαφένια…, εκπάγλου καλλονής γυναίκα!»

[Μα που πάει και βρίσκει αυτές τις εκφράσεις ο μαλάκας ο Εμμανουήλ; Ακούς εκεί: «εκπάγλου καλλονής»! Εκπάγλου πουτανιάς, έπρεπε να πει! Εκπάγλου πουτανιάς!! Που μας ήρθε εδώ σεινάμενη – κουνάμενη, για να μας δείξει το πράμα της!! Σαν την Σάρον Στόουν στο Βασικό Ένστικτο!!!

Γιατί; Γιατί;; Γιατί;;;  Γιατί;;;;

Γιατί έρχονται στο καφενείο μας και μας φουντώνουν;  Γιατί δε μας αφήνουνε, να δούμε τα ματσάκια μας σαν άνθρωποι;;

ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!!!!!!

Κάπελα, κρασί! Κάπελα, κρασί!!]

 Ο Λουκάς εμφανίστηκε απότομα στο πλάνο, κρατώντας δυο νεροπότηρα γεμάτα  με τσίπουρο

Ακούμπησε στο τραπέζι τα δυο ποτήρια και μου πε, δείχνοντας με το χέρι το ποτήρι που ’χε αφήσει μπροστά μου:

«Αυτό είναι απ’ τον Πάνο!»  

Απερίγραπτη αγαλλίαση  με πλημύρισε μόλις άκουσα τη χαρμόσυνη είδηση! Διακόσια εμ ελ τζάμπα τσίπουρο!

[Μπράβο ρε συ, Παναγιώτη!! Είσαι πραγματικός φίλος!! Γι’ αυτό κι εγώ δε λέω ποτέ κακή κουβέντα για σένα!! Ποτέ!!!!

Αλλά όμως, που είναι τα δύο μπουκάλια τσίπουρο που χα αγοράσει απ’ την Χρυσαφένια προηγουμένως; Γιατί δε μας φέρνει ο καφετζής τη καβάτζα μας; Γιατί την κρατάει μέσα]

«Πάω να σας φέρω και τη καβάτζα σας μια στιγμή», πρόσθεσε ο Λουκάς, διαβάζοντας πάλι τη σκέψη μου

Σ’ ένα – δυο δευτερόλεπτα, ο αστραπιαίος  καφετζής ήταν πάλι μπροστά μας, κρατώντας μια μπλε σακούλα. Μου την έδωσε και μου ’πε:

«Βάλτε κάπου τη σακούλα, να μη φαίνεται»  

[Μας προσβάλεις, φίλτατε Λουκά… Εμείς τιμάμε το μαγαζί, αλλά κι εσένα προσωπικά, ως άνθρωπο, ως επαγγελματία, ως φίλο… Είναι δυνατόν να κάναμε κάτι προσβλητικό για το μαγαζί; Και ξέρεις πόσο διακριτικοί είμαστε, όταν πίνουμε από καβάτζα. Και γενικότερα είμαστε διακριτικοί και προσεχτικοί… Ιδίως εγώ…, που η διακριτικότητα μου είναι… άλλο πράγμα…]

Έσκυψα και κοίταξα να δω, με όσο πιο διακριτικό τρόπο μπορούσα, το περιεχόμενο της τσάντας… Είχε μόνο ένα μπουκάλι τσίπουρο μέσα!

Γιατί; Γιατί, μόνο ένα;

Κράτησα τ’ άλλο μπουκάλι μέσα, για να μην πιείτε πολύ… Ο Παναγιώτης μου ’πε ότι οι κοπέλες έχουν να σας κάνουν μια σημαντική πρόταση, αργότερα.

Μόλις άκουσα την πληροφορία αυτή, γύρισα αμέσως να κοιτάξω τον Πάνο

Κούνησε το κεφάλι του καταφατικά, επιβεβαιώνοντας, έτσι, την πληροφορία του Λουκά

Και μετά μου ’πε

«Και μια ανακοίνωση…»

Ανακοίνωση; Τι είδους ανακοίνωση; Πρόταση; Τι σόι πρόταση; Τι ’ναι πάλι τούτα τα μυστήρια;; Μας έχουνε, άραγε, στήσει κάποια παγίδα;;;

Πρόταση και ανακοίνωση: Κρύος ιδρώτας μ’ έπιασε, μόλις άκουσα αυτές τις δυο λέξεις. Κόπηκαν τα γόνατα μου! Έπρεπε να πιω μια μεγάλη γουλιά τσίπουρο

Κι αυτό ακριβώς έκανα… Και το ίδιο έκανε και ο Εμμανουήλ. Με μια γουλιά, ήπιαμε το μισό ποτήρι τσίπουρο...

Ύστερα, ακούστηκε η φωνή του Καφετζή, απ’ την είσοδο  του καφενείου:

Κύριοι, ησυχία παρακαλώ: η ποδοσφαιρική παράστασή αρχίζει

Υπάκουσα άμεσα στην παραίνεση του καφετζή και σήκωσα το βλέμμα μου προς την οθόνη. Και το ίδιο έκανε και ο Εμμανουήλ

……………

Ολοκληρώνουμε με τη δραματική βραδιά πρεμιέρας – ήδη το ’χουμε τραβήξει πολύ –  της χειμερινής σαιζόν του καφενείου του Λουκά, με την εξιστόρηση ενός ακόμα δραματικού γεγονότος που έλαβε χώρα αμέσως μετά τη λήξη του παιχνιδιού του Ολυμπιακού

Πολύ περιληπτικά:

Οι περισσότεροι πελάτες έχουνε φύγει, κι τα βασικά στελέχη έχουν αρχίσει να μαζεύονται πιο κοντά. Από τους άλλους – τους μη μυημένους δηλαδή – έχουν απομείνει μονάχα μια παρέα Λαετζήδων οπαδών της ΑΕΚ, οι οποίοι έχουν σχηματίσει ένα πηγαδάκι, όντας όρθιοι πλέον – στην άκρη του δρόμου, και 4 βάζελοι – μέλη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Επικρατεί γενική ευθυμία… η οποία σπάει, όταν ακούγεται μια γνώριμη κραυγή

«Σύριζα και θρύλος, ρε μου.ιά!»

[Προσέξτε επίπεδο Στροβίλου]

Ήτανε ο Πότης ο Φωτόπουλος, ένα από τα μη βασικά στελέχη του καφενείου.

Ο Πότης είναι γαύρος, συριζαίος, αλκοολικός, υπάλληλος σε σούπερ μάρκετ, κοντός και πολύ σκούρος. Α, και με μακριά σπαστά μαύρα μαλλιά

Σιωπή απλώνεται στο μαγαζί

Ο Λουκάς έχει πανιάσει. Βλέπει ορατό τον κίνδυνο να διαλυθεί το μαγαζί από την πρώτη κιόλας μέρα της έναρξης της χειμερινής σαιζόν.

Οι Αεκτζήδες – Λαετζήδες αρχίζουνε να κινούνται απειλητικά προς τον μεθυσμένο γαύρο –  συριζαίο. Το ίδιο και οι βάζελοι – Ανταρσαίοι

Παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα

Κι ενώ όλα μοιάζανε χαμένα, ο Αλέξης φεύγει απ’ τα χέρια του Μίκη και ορμάει προς τον Πότη, κουνώντας χαρούμενος την ουρά του… Η Νταίζη, με τη σειρά της, ορμάει στον Μίκη, επειδή άφησε το σκυλάκι να φύγει. Τον ρίχνει κάτω κι αρχίζει να τον χτυπά με την τσάντα της. Η Πέγκυ, ταυτόχρονα, τον δαγκώνει στο πόδι

Ήταν η ευκαιρία που περιμέναμε. Μπαίνουμε στη μέση να χωρίσουμε το ζευγάρι. Ενώ την ίδια ώρα, ο Αλέξης παίζει χαρούμενος με τον Πότη. Οι ΑΕΚτζήδες και οι βάζελοι αποχωρούν, μπερδεμένοι από την σκηνή… Ο Αλέξης είχε σώσει την παρτίδα – αν και όπως μας είπε ο Μίκης, αργότερα, η Νταίζη του επιτέθηκε επίτηδες, στα ψέματα δηλαδή, για να αποφορτίσει την κατάσταση…

Κάπως έτσι έληξε η βραδιά πρεμιέρας της χειμερινής σαιζόν του καφενείου του Λουκά

Κι εγώ με τον Εμμανουήλ κινήσαμε για το Ρεντ Φλαγκ.