Η Ώρα της Ύαινας και τα αμαρτωλά φρούτα

 

Είχαμε μείνει στη θρασύτατη προσπάθεια του τρελού του καφενείου, δηλαδή του Μανούσου, να φιλήσει το χέρι της Ρούλας, στην εκδίωξη του, και στο καυτό βλέμμα με το οποίο μ’ είχε καρφώσει η Χρυσαφένια

Η κυρία παίρνει τον λόγο:

«Αλλόρ…, αγάπη μου…, να πηγαίνουμε σιγά – σιγά…, να μη στήσουμε και τις κοπέλες μας»

[Να μην τις στήσετε τις κοπέλες σας! Να μην τις στήσετε τις κοπέλες σας!! Οι κυρίες δε στήνουν ποτέ τις … κοπέλες τους!!!]

Για να συνεχίσει, γυρνώντας προς τη Ρούλα – και κοιτώντας την με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο κοίταγε, προηγουμένως, κι εμένα:

«Ε, μωρό μου;»

Για να της  απαντήσει χαμηλόφωνα η Ρούλα – και κοιτώντας την στα μάτια με βλέμμα που τρεμόπαιζε:

«Πάμε…, πάμε, αγάπη μου… Αλλά…»

[Άρα: η Αγάπη του Εμμανουήλ είναι το μωρό της Αγάπης μου…]

Με το που είπε το «αλλά», γυρνά το καυτό βλέμμα της στον Εμμανουήλ και συνεχίζει, με αργή και αισθησιακή φωνή :

«Αλλά… θέλω πρώτα να βάλω κάτι… στο… στόμα μου…»

Η Ρούλα, ολοκληρώνοντας με το  «μου», σχημάτισε με τα –  έντονα βαμμένα –  χείλη της ένα άηχο «ου», σα να φιλούσε προς τη μεριά του Παναγιώτη… Ύστερα, έσυρε το βλέμμα της και το κάρφωσε πάνω σ’ ένα άλλο σημείο του σώματος του…

Η απάντηση της Χρυσαφένιας ήταν πολύ ναζιάρικη:

«Πείνασε το μωρουδάκι μου; Πείνασε η αγαπούλα μου;»

Και ύστερα από μια μικρή παύση συνέχισε:

«Κάτσε, κάτσε, κάτσε… να μοιραστούμε ένα φρουτάκι που χω στην τσάντα μου»

Και έβαλε το χέρι της μέσα στην υπέροχη χρυσαφένια πλεκτή τσόντα …εεε, τσάντα της…

Ήμουν σίγουρος ότι θα έβγαζε από την τσάντα της ένα μήλο, (γιατί το μήλο είναι το σύμβολο της αμαρτίας, της μαγείας, της ίντριγκας και της καταστροφής, που είχαν έρθει να σπείρουν οι δυο φιλενάδες εκείνο το βράδυ στο καφενείο μας), αλλά έκανα λάθος, γιατί η Χρυσαφένια δεν έβγαλε μήλο, αλλά μια … μπανάνα…

Επειδή πρέπει να περιφρουρήσω το κύρος και το ήθος του διαδικτυακού μας περιοδικού, δεν πρόκειται να σας περιγράψω με λεπτομέρειες τη διαδικασία φαγώματος της μπανάνας από τις δύο φιλενάδες. Αρκεί να υπογραμμίσω ότι η Χρυσούλα ξεφλούδισε την μπανάνα, κοιτώντας με ταυτόχρονα λάγνα, με … τα δόντια της… Α, κι ότι καθ’ όλη την διάρκεια της διαδικασίας φαγώματος της μπανάνας, ακούγονταν διάφορα επιφωνήματα, όπως:

«Ιιιιιι!»

«Σφσφσφσφσφσφ!!», «Ιιιιιιιγχ», «Ωωωωωωαααααα!»

Κι από μέσα απ’ το καφενείο: «Ά – μαν, Ά – μαν, Ά – μαν, Ά – μαν, Ά – μαν». Και μετά:

«Οπ – οπ – οπ – οπ – οπ – οπ»

Κι απ’ τον πλάτανο: «Ιίγου, ιιγί, ιιγί… Ιίου, ιίου, ιίου»

Μόλις ολοκλήρωσε, η Χρυσαφένια έριξε το κεφάλι της προς τα πίσω και πήρε μια βαθιά ανάσα. Ύστερα, ανασηκώθηκε, με κοίταξε μ’ ένα πολύ έντονο βλέμμα και μου είπε αναστενάζοντας:

«Αχ, πόσο είχα ανάγκη από μια μπανάνα… Πόσο!»

Μετά γύρισε στη Ρούλα και της είπε, ναζιάρικα:

«Μπουχτίσαμε στο σταφύλι αυτές τις μέρες… ε, μωρό μου; Μια μπανάνα, για αλλαγή, δεν βλάπτει, ε; Όλο ρώγες, ρώγες…»

[Όλο ρώγα, ρώγα, ρώγα … τη βαρέθηκε/ Φέρτε της και μια μπανάνα, που τη ’ρέχτηκε!!]  

Η Ρούλα κοίταξε τη Χρυσούλα στα μάτια, ανασήκωσε το δεξί της φρύδι, ακούμπησε – ελαφριά –  τον αντίχειρα της στο στόμα κι απάντησε:    

«Αχ…, ναι… Κι εμένα μ’ αρέσουν πολύ οι μπανάνες…»

Έκανε μια παύση, αφού αναστέναξε βαθιά, κι έριξε ένα βλέμμα στον Εμμανουήλ. Πήγε να συνεχίσει, αλλά ο Πάνος την διέκοψε:  

«Έχεις δίκιο, γλυκιά μου.  Η μπανάνα είναι από τα πιο ωφέλημα φρούτα γιατί παρέχει στον οργανισμό την απαραίτητη ενέργεια και είναι πλούσια σε πολλά θρεπτικά συστατικά. Έχει βιταμίνες Α, Β, C, Ε καθώς και απαραίτητα ιχνοστοιχεία  όπως: κάλιο, ασβέστιο, μαγνήσιο, σελήνιο κλπ»

[Δυο λέξεις μόνο: Πάνος Εμμανουήλ! Πάνος Εμμανουήλ!! Ο αρχίβλακας!!! Ο στόκος!!!!]

Η Ρούλα αντέδρασε κάπως περίεργα: Έριξε ελαφριά το πρόσωπό της προς τα κάτω, πήρε μια βαθιά ανάσα, μετά ακόμα μια και γύρισε το βλέμμα της προς τον Εμμανουήλ και του πέταξε:

«Ααχ, πόσο ωραία τα είπες, Μπαναγίωτη μου!»,

[Σοβαρά μιλάω: ακούστηκε σαν Μπαναγίωτη μου, κι όχι σαν Παναγιώτη μου. Πάλι καλά, δηλαδή, που δεν του είπε: «Μπανάνα – Γιώτη μου»…]

Ύστερα, έσυρε το πυρακτωμένο της βλέμμα προς την Χρυσαφένια, έβαλε την άκρη του μικρού της δάκτυλου ανάμεσα στα χείλη της και πρόσθεσε αργά και σιγανά:

«Αλλά και το σταφυλάκι μ’ αρέσει…»

[Αμάν πια μ’ αυτά τα φρούτα! Αμάν! Φρουτοσαλάτα τα ’χετε κάνει, κορίτσια! Φρουτοσαλάτα!]

Και της έκλεισε το μάτι

Η Χρυσαφένια, αφού αναστέναξε και ανοιγόκλεισε τα μάτια, χτύπησε τα δύο της χέρια στα ξύλινα μπράτσα της καρέκλας στην οποία καθότανε και σηκώθηκε

«Έλα, πάμε τώρα μωρό μου. Πάμε ν’ αφήσουμε και τ’ αγόρια να δουν ποδόσφαιρο», είπε στην Ρούλα, μαζεύοντας ταυτόχρονα και την τσάντα της από την πλάτη της καρέκλας που την είχε κρεμάσει

Μέτα ξαναγύρισε το βλέμμα της προς την Ρούλα, η οποία επίσης είχε σηκωθεί απ’ την καρέκλα της, και πρόσθεσε ναζιάρικα:

«Πάμε, κι όταν γυρίσουμε στο σπιτάκι μας θα μασουλίσουμε και τις ρωγίτσες μας… Ε, κοριτσάκι μου;» 

[Ακούσατε; Ακούσατε τι της είπε;; Ε, Χριστιανοί;;; Όταν  γυρίσουνε στο σπιτάκι τους, η Χρυσαφένια και το κοριτσάκι της – η Ρούλα δηλαδή, θα μασουλίσουνε τις ρωγίτσες μας …εεε, τις ρωγίτσες τους!

Για να μη λέτε ότι είμαι παρανοϊκός!! Ή, ότι τις κατηγορώ άδικα!!!  Τις πόρνες!!!! Τις αμαρτωλές!!!!] 

Ύστερα, η Χρυσαφένια  γύρισε προς τα μένα και μου είπε – γλυκά και ναζιάρικα:

«Πάμε τώρα κι εμείς, Μάνο μου… Κι ελάτε να μας βρείτε εσείς μετά …, ε, αγάπη μου; Έχουμε πολλά που θέλουμε να σας πούμε… Και με την Ησυχία σας, ε; Δεν έχουμε πρωινό ξύπνημα, οπότε λέμε να κάτσουμε μέχρι τις 2»

[Είναι υπέροχες γυναίκες! Καταπληκτικές κοπέλες!! Κι όποιος τις κατηγορεί ή τις συκοφαντεί είναι ένας μαλάκας και μισός!!! Ένας μαλάκας και μισός!!!!... Επειδή ντύθηκαν λίγο προκλητικά, λίγο πιο θηλυκά, απ’ ότι ντύνονται συνήθως; Με μαντίλες θέλουμε εμείς τις γυναίκες μας;; Ή με μπούργκες;;; Όχι, κύριοι! Εμείς είμαστε προοδευτικοί και δημοκράτες!! Δε θέλουμε τις γυναίκες κλεισμένες στο σπίτι… Και να ντύνονται όπως θέλουν… Και να χαϊδεύονται όπως θέλουν… Αλλά έτσι είναι η Κοινωνία… Αμέσως να σου κολλήσει τη ρετσινιά: Πόρνη βγάζει τη μια, πουτάνα ανεβάζει την άλλη, λεσβία κατεβάζει την παρ’ άλλη… Μα, είναι δημοκρατική νοοτροπία αυτή; Όχι, Κυρίες και Κύριοι, δεν είναι! Είναι σεξισμός!! Είναι υποκρισία!!! Είναι κοινωνική προκατάληψη!!!]  

Μέτα πήρε το λόγο ο Εμμανουήλ:

«Που θα πάτε, καλή μου», ρώτησε τη Ρούλα, η οποία είχε κι αυτή σηκωθεί όρθια – και μάζευε τα πράγματα της

Για να του απαντήσει:

«Α…, εδώ δίπλα…, στο Ρεντ Φλαγκ»

[Στο Ρεντ Φλαγκ; Στο Ρεντ Φλαγκ;; Στο Ρεντ Φλαγκ;;; Μα το Ρεντ Φλαγκ είναι ένα επικίνδυνο και κακόφημο μαγαζί! Μόνο γυναίκες μαζεύονται στο Ρεντ Φλαγκ!! Πηγαίνουν, βέβαια, και κάποιοι άντρες, οι οποίοι, όμως, δεν είναι και τόσο άντρες (Κι ο Εμμανουήλ πηγαίνει εκεί, γιατί τον στέλνω να κατασκοπεύσει τη Χρυσαφένια, η οποία πηγαίνει συχνά, αφού το μαγαζί – καφέ μπαρ –  ανήκει σε μια ξαδέρφη της ονόματι Άντζελα Μαρκέλλου)!!! Γιατί στο Ρεντ Φλαγκ;;; Και ποια είναι τα πολλά που θέλουνε να μας πούνε;;;;;]

Μετά, είδα τη Χρυσαφένια να με πλησιάζει. Αρχικά, στάθηκε ακριβώς από πάνω μου. Ύστερα έσκυψε, ακούμπησε το δεξί της χέρι στον αριστερό μου ώμο –   τ’ αριστερό της χέρι ψηλά στο… μπούτι μου –, και μου ψιθύρισε, γλείφοντας σχεδόν τ’ αυτί μου:

«Μην πιείτε πολύ, αγάπη μου, σε παρακαλώ… Θα σας περιμένουμε…»

Μόλις ολοκλήρωσε, μου δάγκωσε την άκρη του αριστερού μου αυτιού…

Παιδιά,  ένιωσα ίλιγγο … Σοβαρά σας μιλάω… Μου ’ρθε να λιποθυμήσω… Και τη κατάσταση μου την χειροτέρευσε η είσοδος στο πλάνο της Ρούλας. Και συγκεκριμένα, του πίσω μέρους του σορτς της!

Είχε σταθεί, σκυμμένη, μεταξύ της καρέκλας της δικιάς μου και της καρέκλας του Παναγιώτη και κάτι του ψιθύριζε στ’ αυτί. Εγώ έβλεπα την πλάτη της … και το πίσω μέρος του σορτς, τ’ οποίο ήταν πιο προκλητικό από το μπρος, αφού είχε κάμποσα σκισίματα…

[Α, και μια κρίσιμη λεπτομέρεια: είχε βάλει, καθώς ήτανε σκυμμένη, τ’ αριστερό της χέρι στη κοιλιακή χώρα του Παναγιώτη … ]

Μόλις ολοκλήρωσε το ψιθύρισμα, σηκώθηκε και γύρισε προς το μέρος μου. Και ύστερα, πέρασε, στροβιλιζόμενη, μεταξύ του τραπεζιού και της καρέκλας μου! Κατά τη διάρκεια του περάσματος της Ρούλας από μπροστά μου, διάφορα μέρη του σώματος της  ακούμπησαν πάνω μου. Αλλά μη μου ζητάτε να μπω σε λεπτομέρειες. Γιατί εδώ είναι στρόβιλος!

Απλά, το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι κάποια στιγμή , στην προσπάθεια της να περάσει μεταξύ του τραπεζιού και της καρέκλας μου,  το γόνατο της σφηνώθηκε για κάμποσο ανάμεσα στα πόδια μου, κάτι που είχε ως συνέπεια να διεγερθεί, ελαφριά, ένα συγκεκριμένο σημείο του σώματος μου, γεγονός που έγινε αντιληπτό κι απ’ την ίδια τη Ρούλα, η οποία αντέδρασε, σ’ αυτήν τη μικρή διέγερση, μ’ ένα κλείσιμο του ματιού.

Ολοκληρώνοντας το πέρασμα της, συναντήθηκε με την Χρυσαφένια, η οποία την περίμενε  ένα μέτρο πιο δίπλα. Κι αφού πιαστήκαν χεράκι – χεράκι, αποχώρησαν απ’ την σκηνή…

[Κατά την διάρκεια της εξόδου τους από το καφενειακό χώρο, ακούστηκαν διάφορα επιφωνήματα, όπως: «Σφσφσφσφσφσφ!!», «Ιιιιιιιγχ», «φίου – φίου», «Οπ – οπ – οπ – οπ – οπ – οπ». Κι από μέσα απ’ το καφενείο: «Ά – μαν, Ά – μαν, Ά – μαν, Ά – μαν, Ά – μαν»]  

Έπειτα, άκουσα ένα γδούπο από τη μεριά του Παναγιώτη. Είχε ρίξει το μάγουλο του στο τραπέζι και λαχάνιαζε. Τα μάτια του ήταν υγρά. Δεν του είπα τίποτα…

Ύστερα, σηκώθηκα, βαριανασαίνοντας, και βαδίζοντας στις άκρες των ποδιών μου, πήγα και κρύφτηκα πίσω από τον Πλάτανο. Κοίταξα προς την μεριά που χαν φύγει τα κορίτσια. Και τις είδα: Κατέβαιναν αγκαζέ και σεινάμενες – κουνάμενες το πεζόδρομο που οδηγούσε στο Ρεντ Φλαγκ.

Μετά, κι αφού είχαν απομακρυνθεί καμιά δεκαριά μέτρα, κοντοστάθηκαν, κοίταξαν δεξιά –  αριστερά, μπας και τους βλέπει κανείς – εμένα αποκλείεται να με είδαν, μιας και είχα κρυφτεί πίσω απ’ τον πλάτανο, και ύστερα… φιλήθηκαν! Στο στόμα!! Παθιασμένα!!!

Μόλις ολοκλήρωσαν την ανίερη πράξη τους, η Χρυσαφένια κοίταξε προς τον Πλάτανο, κι αφού σιγουρεύτηκε ότι δεν τη βλέπει κανείς, έβαλε το δεξί της χέρι μέσα στο σορτσάκι της Ρούλας – και την χούφτωσε! Αλλά κι η Ρούλα δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια, αφού έβαλε κι αυτή το αριστερό της χέρι κάτω απ’ τη μέση της Χρυσαφένιας!! Κι αλληλο – χουφτωμένες, συνέχισαν το δρόμο τους προς το Ρεντ Φλαγκ…  

[Ακούτε, Χριστιανοί; Ακούσατε; Την χούφτωσε! Μέσα απ’ το σορτσάκι!! Αλλά και η άλλη την χούφτωσε!!! Κάτω απ’ την μέση!!!!

Που πάει η κοινωνία, Χριστιανοί; Που πάει;;

Παρακμή! Σήψη!! Εκμαυλισμός των Ηθών!!! Ανωμαλία!!!! Διαστροφή!!!!!

Γιατί;  Γιατί;; Γιατί;;; Γιατί;;;; Γιατί;;;;;

Γιατί η Σπαρτιάτισσα και η Καλαματιανή το γύρισαν στο … Καλαματιανό; Σαραντάρες γυναίκες, ε; Γιατί; Γιατί;; Γιατί;;;

Πότε; Πώς;; Που;;;

Σε τι οφείλεται αυτή η μεταμόρφωση, αυτή μετάλλαξη, αυτή η μεταστροφή;;;

Μήπως έγινε κάτι στις διακοπές; Και πρώτα απ’ όλα: Που πήγαν διακοπές; Γιατί δε μας λένε;; Γιατί μας το κρατάνε μυστικό, τα κορίτσια που ξενυχτάνε δυο – δυο, ε;;;]

Είχα καταρρεύσει… Έπρεπε να κάνω κάτι, αλλά δεν ήξερα τι…  

Μη ξέροντας τι να κάνω, αγκάλιασα τον πλάτανο κι άρχισα να κλαίω γοερά

«Ιίγου, ιιγί, ιιγί… Ιίου, ιίου, ιίου», ακούστηκε ακριβώς από πάνω μου. Σήκωσα το βλέμμα να δω… Ήταν ο Μανούσος, ο οποίος είχε κρεμαστεί ανάποδα και με κοίταγε. Ήμασταν σχεδόν πρόσωπο με πρόσωπο – με τη διαφορά ότι το δικό του ήταν γυρισμένο ανάποδα…

Ύστερα, μου ψιθύρισε:

«Ρε συ, πολύ πασόκ οι γκόμενες… Πολύ πασόκ!»

[Ο Μανούσος χρησιμοποιεί τη λέξη πασόκ, αντί του επιθέτου φοβερός, φοβερή, φοβερό. Έτσι, όταν ένα ματσάκι είναι πολύ καλό, ο Μανούσος φωνάζει – από τον πλάτανο: «πασόκ καλό το ματς, πασόκ καλό!». Αντίθετα, αν το ματσάκι είναι κακό: «πασόκ κακό το ματς, πασόκ κακό!». Και τον Σύριζα τον ονομάζει: πασόκ Πασοκ. Δηλαδή, φοβερό Πασοκ ή φοβερά Πασοκ.]  

Έπρεπε να φύγω από τον πλάτανο… Όχι να μου κάνει πλάκα κι ο τρελός! Όχι να μου κάνει πλάκα κι ο τρελός!

Αλλά που να πήγαινα να κλάψω; Που;

Κοίταξα δεξιά – αριστερά κι εντόπισα, στα 3 – 4 μέτρα, μια χοντρή κολόνα πυλωτής. Παράτησα τον Πλάτανο, και πήγα κι αγκάλιασα την κολόνα…

Αρχικά, έβαλα το μάγουλο μου πάνω στην κολόνα κι άρχισα να κλαίω με λυγμούς. Ύστερα, δε ξέρω τι μ’ έπιασε κι άρχισα να φιλάω, κλαίγοντας, την κολόνα. Πρέπει να την φίλησα ίσαμε 15 φορές, μέχρι να νοιώσω ένα σκούντημα στην πλάτη… Γύρισα να κοιτάξω… Απέναντι μου στεκότανε ένας φαλακρός μεσήλικας και με κοίταγε χαζοχαρούμενα

«Και σεις λάτρης, ε;», με ρώτησε, κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του και δείχνοντας με τον δείκτη του δεξιού του χεριού την κολόνα

«Λάτρης, ποιανής;» Απάντησα – κλαψουρίζοντας

«Μα της ΟΑΚΚΕ, ασφαλώς! Και του προέδρου Πούτιν!», απάντησε απορημένα ο μεσήλικας, δείχνοντας ταυτόχρονα με το χέρι του την κολόνα

Γύρισα να δω… Ο μεσήλικας είχε δίκιο… Τόση ώρα φιλούσα μια αφίσα της …  ΟΑΚΚΕ … Και τη μούρη του Βλαντίμιρ Πούτιν!!

Η αφίσα είχε τίτλο: Ο Πούτιν στην Ελλάδα – Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΥΑΙΝΑΣ, κι από κάτω, είχε μια μεγάλη φωτογραφία του προέδρου Πούτιν να κοιτάει απειλητικά προς το φακό

Άρχισα να διαβάζω, σαστισμένος καθώς ήμουνα, την αφίσα της ΟΑΚΚΕ… Το βλέμμα μου έπεσε σε μια πρόταση: «Όμως το πιο ανησυχητικό είναι η γοργή πουτινοποίηση της πολιτικής ζωής της χώρας μας από τους ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ»…

Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, μόλις διάβασα αυτήν τη φράση.

Γύρισα στον μεσήλικα και του φώναξα: «πιο ανησυχητικό είναι η γοργή πουτανοποίηση! Η γοργή πουτανοποίηση!»  

Αλλά αυτός είχε ήδη κάτσει στα γόνατα και φιλούσε ευλαβικά την αφίσα της ΟΑΚΚΕ, κάνοντας ταυτόχρονα τον σταυρό του. Ύστερα σηκώθηκε όρθιος και μου είπε, δείχνοντας προς τον Πούτιν:

«Μου επιτρέπετε, ε; Να φιλήσω και τον Πρόεδρο; Ε;»

«Παρακαλώ», του απάντησα, κι εκείνος αγκάλιασε αμέσως την κολόνα κι άρχισε να φιλάει την φωτογραφία του Πούτιν…

Φίλησε ίσα με  καμιά δεκαριά φορές τη φωτογραφία του Βλαντιμίρ, ώσπου να τον διακόψω ρωτώντας τον:

«Συγνώμη, είστε λάτρης και του Πούτιν και της ΟΑΚΚΕ; Ταυτόχρονα;»

[Για όσους δεν ξέρουν, αν κι η Οργάνωση για την Ανασύνταξη του ΚΚΕ είναι διάσημη  μόνο και μόνο από τις αφίσες – σεντόνια που τοιχοκολλεί στο κέντρο της Αθήνας, η ΟΑΚΕΕ είναι  μια οργάνωση της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, που πιστεύει ότι όλα τα ελληνικά κόμματα είναι «ρωσόδουλα», ότι πίσω απ’ οτιδήποτε δεινό συμβαίνει στον πλανήτη – κι όχι μόνο – βρίσκονται οι Ρώσοι, κι ότι ο Πούτιν είναι η ενσάρκωση του απόλυτου κακού]

Αφού με κοίταξε απορημένος, μου απάντησε:

«Μα, φυσικά! Που βλέπετε την αντίφαση;»

Άντε, τώρα, να συνεννοηθείς με τον κάθε τρελό! Άντε να συνεννοηθείς!!

Γι’ αυτό λοιπόν κι εγώ έκανα αναστροφή και κίνησα ξανά προς το τραπέζι...