Πυρ και Ύδωρ

Είχαμε μείνει στη βίαιη προσαγωγή στο καφενείο του μπάρμπα – Αποστόλη, από τον ανιψιό του κι απ’ τον Λουκά,  και στο καπνισμένο φιλί που χε φυσήξει η Χρυσαφένια …

 Στη σκηνή, δηλαδή, στον προαύλιο χώρο του καφενείου, μπαίνει, περπατώντας χοροπηδητά – με τις άκρες των ποδιών του,  ο Μανούσος… Μας πλησίασε, κοίταξε τις κοπέλες, έβαλε το αριστερό του χέρι στο στήθος του, έκανε υπόκλιση, και είπε – με άκρως επιτηδευμένο στυλ:

«Κυρίες μου, επιτρέψτε μου να σας συστηθώ: ονομάζομαι Μανούσος Περπέρογλου. Είμαι ανιψιός του λιποθυμίσαντος… κι αφοσιωμένος φίλος του Μάνου και του Πάνου…»

[Από πότε γίναμε φίλοι, φίδι;]

Η πρώτη που ανταποκρίθηκε, ήταν η Χρυσούλα, η οποία του πρότεινε το χέρι της, λέγοντας του, ναζιάρικά:

«Αχ..., πόσο ευγενικός είστε… , νεαρέ. Και πόσο …  πόσο γλυκούλης… Ονομάζομαι Χρυσαφένια Λυμπεροπούλου…»

[Γλυκούλης και ευγενικός ο νεαρός! Γλυκούλης και ευγενικός ο νεαρός!! Που μοιάζει με χιμπαντζή!!! Που ναι 1,45 – με τα χέρια στην ανάταση!!!! Που οσονούπω σαρανταρίζει!!!!]

Ο θρασύτατος χιμπαντζής έσκυψε, πήρε το χέρι της Χρυσαφένιας, και είπε στη γυναίκα μου, κουνώντας αριστερά – δεξιά  το κεφάλι του:

«Μα, δε θα μπορούσατε να λεγόσαστε κι αλλιώς… Γιατί η ομορφιά σας είναι απαστράπτουσα … σαν το χρυσάφι»

Για ν’ απαντήσει, ναζιάρικα, η πόρνη:

«Αχ,  τι ωραία που τα λέτε, Μανούσο μου … Τι ωραία!»

[Ο Μανούσος ΤΗΣ, της τα λέει ωραία! Ο Μανούσος ΤΗΣ της τα λέει ωραία!! Ο Μανούσος ΤΗΣ της τα λέει ωραία!!!]

Η ενδοτικότητα της Χρυσαφένιας, αποθράσυνε ακόμα περισσότερο τον πίθηκο:

«Μου επιτρέπετε να σας φιλήσω το χέρι…, Ματμαζέλ Χρυσαφένια …, ε;» τη ρώτησε, με αργή και σιγανή φωνή

Για ν’ απαντήσει –  το ξέκωλο:

«Αχ, ναι, γλυκιέ μου κόλακα!»

[Γλυκός της κόλακας, ο χιμπαντζής βρικόλακας! Αυτός δεν είναι κόλακας!! Κόρακας είναι !!! Και βρικόλακας!!!!]

Ο αηδιαστικός ψυχοπαθής χιμπαντζής άρπαξε την ευκαιρία, και το χέρι της Χρυσαφένιας, κι άρχισε να φιλάει

[Η Χρυσαφένια έκλεισε τα μάτια της κι έγειρε το κεφάλι της προς τα πίσω, αφού πρώτα μου ’ριξε μια καυτή ματιά, πριν παραδώσει το χέρι της στις ορέξεις του γλοιώδους χιμπαντζή –  κόλακα – κόρακα – βρικόλακα]   

Μετά από δύο δευτερόλεπτα φιλήματος, χτύπησα με δύναμη την παλάμη μου στο ξύλινο τραπέζι.

Ο ψυχοπαθής χιμπαντζής ξερόβηξε, μόλις άκουσε το χτύπημα, άφησε το χέρι της αγαπημένης μου και γύρισε προς τη μεριά της Ρούλας και του Πάνου

Απευθύνθηκε, όντας απτόητος κι αμετανόητος, στη Ρούλα, με μια ναζιάρικη, σχεδόν αδερφίστικη, φωνή – και κουνώντας το δείκτη του χεριού του:

«Εσάς, εσάς, εσάς, εσάς…, σας ξέρω. Έχουμε ξανασυστηθεί… Μας έχει ξανά – συστήσει ο φίλτατος Παναγιώτης… Αλλά, αλλά, αλλά, αλλά…, ξεχνώ – ο κουτός – τ’ ονοματάκι σας! Θυμίστε το μου, καλή μου…»

Η ολοκληρωτικά – πια –   πουτανοποιημένη Ρούλα, που όση ώρα της μίλαγε ο ψυχοπαθής χιμπαντζής είχε ανοίξει τα λικνιζόμενα μπούτια της, κοίταγε τον Πάνο με λάγνο βλέμμα, και είχε βάλει το μεσαίο δάκτυλο τ’ αριστερού της χεριού (όχι όλο –  μόνο το νύχι) στο στόμα της – το δεξί της χέρι (όχι όλο –  τα δάκτυλα), το χε βάλει στο σορτσάκι της –, απάντησε πρόθυμα, αλλά και ναζιάρικα:

«Αχ, ξεχασιάρη Μανούσο…, θα σε μαλώσω! Με λένε: Αργυρώ –  Ζαχαρούλα…»

[Ολοκληρώνοντας τα λόγια  της, σχημάτισε ένα ανεπαίσθητο «ου» με τα χείλη της, σα να φύλαγε προς τη μεριά του  ψυχοπαθούς χιμπαντζή]

 Ο   ψυχοπαθής χιμπαντζής είχε καλά αντανακλαστικά:

«Αχ, ναι … Αχ, ναι… Αχ, ναι… Αχ, ναι… Αχ, ναι… Αχ, ναι…, Πως μπόρεσα, πως μπόρεσα, πως μπόρεσα! Μα…, να ξεχάσω δυο τόσο ταιριαστά σε σας ονόματα! Πως θα σας λέγανε, καλέ; Αφού είστε και πιο γλυκιά από τη ζάχαρη, και πιο λαμπερή από τ’ ασήμι, και πιο…»

Προτού ολοκληρώσει, όμως, ο Μανούσος τη φράση του, έγινε κάτι αναπάντεχο: ο Παναγιώτης έριξε μια δυνατή γροθιά στο τραπέζι, και ύστερα, φώναξε στον Μανούσο:

«Μανούσο, Άι… στον Πλάτανο! Άι… στον Πλάτανο!! Τώρα!!! Στον Πλάτανο!!!!»

Αλλά ο Μανούσος ήταν –  και πάλι – σ’ ετοιμότητα:

«Μα, ναι, αγαπητέ μου Παναγιώτη, αυτό σκόπευα να κάνω. Αλλά να μη φιλήσω, πρώτα, το βελούδινο χεράκι της δεσποινίδος Αργυρώς – Ζαχαρούλας…, ε;»

[Ένα βελούδινο χέρι ξύλο χρειάζεσαι, λαμόγιο Μανούσο! Ένα βελούδινο χέρι ξύλο!!]

Είπε στον Εμμανουήλ, εξακολουθώντας να μιλάει μ’ αυτόν τον επιτηδευμένα αδερφίστικο τρόπο, ο θρασύτατος χιμπαντζής – και δείχνοντας, ταυτόχρονα, με τον δείκτη του δεξιού του χέρι το χέρι της Ρούλας, το οποίο εκείνη είχε ήδη, πρόθυμα και λάγνα,  τεντώσει προς το μέρος του…

Ο – δικαιολογημένα – εξοργισμένος Παναγιώτης σηκώθηκε από την καρέκλα, και αφού κοίταξε με άγριο βλέμμα το Μανούσο, πήρε ένα μεγάλο ποτήρι, το οποίο ήταν γεμάτο με νερό, και το πέταξε προς τα μούτρα του… Αλλά επειδή όταν εξοργίζεται ο Πάνος – κάτι που συμβαίνει πολύ σπάνια – τρέμει το χέρι του, η μεγαλύτερη ποσότητα του νερού που εκσφενδόνισε προς το Μανούσο, χύθηκε στα μπούτια και στο σορτσάκι της Ρούλας

Με το που της έπεσε το νερό, η Ρούλα ανασηκώθηκε απ’ την καρέκλα της, λικνίστηκε      ελαφριά, μισοέκλεισε τα μάτια της, έριξε το κεφάλι της προς τα πίσω  και είπε στον Παναγιώτη:

«Ααχ…, Παναγιωτάκη μου…, μ’ έκανες… μούσκεμα…»

[Μια φορά πήγε ν’ αναλάβει δράση ο Εμμανουήλ, και τα ’κανε μούσκεμα…]

Αλλά ο τρελό – Μανούσος, το χαβά του:

«Δε σας αναγνωρίζω, Πάνο! Γιατί μπουγελώσατε τη δεσποινίδα Αργυρώ – Ζαχαρούλα; Και γιατί δε μ’ αφήνεται ν’ ασπαστώ το χέρι της… Ο αγαπητός Μανόλης μας μ’ άφησε να…»

Επειδή η υπομονή έχει και τ’ όρια της, δεν μπορούσα πια ν’ αφήσω το τρελό – Μανούσο να ολοκληρώσει το διαλυτικό του έργο:

Σηκώθηκα απότομα απ’ την καρέκλα μου,  τον άρπαξα, τον έπιασα από το αυτί, και τον πήγα σηκωτό στον πλάτανο…  

Ύστερα, κι αφού βεβαιώθηκα ότι είχε σκαρφαλώσει, γύρισα, βαριανασαίνοντας, στο τραπέζι 

Μόλις έκατσα, διαπίστωσα ότι η Χρυσαφένια με κοιτούσε με πύρινο βλέμμα – την ίδια στιγμή που χάιδευε με τ’ αριστερό της χέρι το μουσκεμένο δεξί μπούτι της Ρούλας, και με το δεξί, το δικό  της μπούτι

«Αχ, Μάνο μου, πόσο μ’ ερεθίζεις όταν γίνεσαι μπρουτάλ…» μου πέταξε, αναστενάζοντας    

Ύστερα, κοίταξε τη Ρούλα, την οποία εξακολουθούσε να χουφτώνει, και της ψιθύρισε, αργά και λάγνα:

«Αχ,,,. κι εσύ…, κι εσύ, μωρό μου…, πολύ μ’ έχεις ερεθίσει απόψε… Πολύ…»

[Χρυσούλα – η ευερέθιστη! Χρυσούλα – η ευερέθιστη!!]

 Η Ρούλα έκλεισε λάγνα τα μάτια της, δάγκωσε ελαφριά τα χείλη  της και ύστερα τα προέκτεινε ελαφριά προς τα έξω – σα να φιλούσε προς τη μεριά της Χρυσαφένιας

Για να συμπληρώσει μετά, η ερεθισμένη – ερεθιστική Χρυσαφένια:

«Καλέ, μωρό μου…, εσύ είσαι μούσκεμα… Κάτσε να σε σκουπίσω μ’ ένα χαρτομάντιλο» 

[Παραλείπουμε τη σκηνή του σκουπίσματος με το χαρτομάντιλο, γιατί στον στρόβιλο, επαναλαμβάνουμε, δεν κάνουμε πορνογραφία!]

Μόλις ολοκλήρωσε το … σκούπισμα της αναψοκοκκινισμένης Ρούλας, τ’ οποίο ήταν – σημειώνουμε – προκλητικά επίμονο σε συγκεκριμένα σημεία του σώματος της, η – επίσης  αναψοκοκκινισμένη – Χρυσαφένια γύρισε αργά το καυτό της βλέμμα προς το μέρος μου και είπε:

Συνεχίζεται…