τα χέρια σου

 

 

Ἀπό σένα κράτησα τά χέρια σου,

νά χαιρετᾶς τούς μακρινούς ὄγκους τῶν πλοίων

ξεπροβοδίζοντας τήν κοινή ζωή μας

 

Θυμάμαι τίς μικρές ὧρες νά τρυπώνουν

δυό φίδια κάτω ἀπό τά σκεπάσματα,

γλῶσσες διχαλωτές τά δάχτυλα να ψαύουν

τίς εμπνεύσεις τοῦ γνώριμού τους στήθους

 

Πῶς κράτησαν κάποτε μιά κοῦπα τσάϊ,

ἤ τό πέρασμα τῆς ἄκρης μιᾶς κλωστῆς

μέσα ἀπό τό μάτι τῆς βελόνας πού ἔραβε

τά χαμένα κουμπιά μέ το πάλιωμα τῶν ἐνδυμάτων

 

Μαγείρευες κι ἔπιαναν τό μαχαῖρι,

μέ κοίταζες σωστή δήμιος τῶν μανιταριῶν,

Κουρνιάζανε μέσα στά δικά μου χέρια

μπουμπούκια σέ ἀναμονή τοῦ συνθήματος

μιᾶς τελευταῖας Ἄνοιξης

 

Οἱ ἀπολήξεις τῆς ἀγκαλιᾶς σου,

Τά ὄργανα τῶν θωπειῶν σου,

Οἱ ἄφωνοι κήρυκες τῆς ἔκφρασής σου,

Οἱ μοχλοί τῶν ἀπωθήσεών σου

 

Τά παραθυρόφυλλα τοῦ προσώπου σου

μέσα στην ἀπόγνωση τῶν ἀπουσιῶν

 

Ἀπό σένα κράτησα τά χέρια σου,

ἕνα καλοῦπι φτιάξαν τά δικά μου

καί μέσα ἀπό τό δέρμα ἀποτυπώθηκε ἡ ἀφή τους

 

Θυμάται τό σῶμα ὅταν κρατάω

τά παρατημένα σου ἀντικείμενα.