Το παραξήλωσε (Пересолил)

Μετάφραση από τα ρωσικά: Ελένη Κατσιώλη

Ο τοπογράφος Γκλεμπ Γκαβρίλοβιτς Σμιρνόφ έφθασε στο σταθμό «Γκνιλούσκι». Μέχρι το αγρόκτημα, όπου τον είχαν καλέσει για οριοθέτηση, έμεναν ακόμα να διανύσει τριάντα με σαράντα χιλιόμετρα. (Αν ο αμαξάς δεν είναι πιωμένος και δεν έχει ψωράλογα, τότε δεν θα μοιάζουν ούτε με τριάντα, αν όμως είναι πιωμένος και τ’ άλογά του κουρασμένα, τότε μπορεί να μοιάζουν και με πενήντα).

-Πείτε μου, παρακαλώ, πού μπορώ να βρω εδώ κοντά ταχυδρομικά άλογα;[1] είπε ο τοπογράφος, απευθυνόμενος στον χωροφύλακα του σταθμού.

-Τι; Ταχυδρομικά; Εδώ για εκατό χιλιόμετρα δρόμο δεν ακούς ούτε σκυλί, όχι ταχυδρομικά… Και σεις πού θέλετε να πάτε;

-Στο Δέφκινο, στα κτήματα του στρατηγού Χόχατοφ.[2]

-Λοιπόν; χασμουρήθηκε ο χωροφύλακας. Πηγαίνετε μέχρι τον σταθμό, εκεί έξω από την πόρτα βρίσκονται συχνά χωρικοί που μεταφέρουν ταξιδιώτες.

Ο τοπογράφος ξεφύσηξε και άρχισε να βαδίζει προς τον σταθμό. Εκεί, μετά από πολλές αναζητήσεις, συζητήσεις και δισταγμούς, βρήκε έναν ρωμαλέο χωρικό, κατσούφη, βλογιοκομμένο, ντυμένο με ένα κουρελιασμένο τσόχινο παλτό και πλεχτά χορτοπάπουτσα.

Τι διάολο κάρο είναι αυτό! Συνοφρυώθηκε ο τοπογράφος, σκαρφαλώνοντας. Δεν μπορείς να καταλάβεις πού είναι το πίσω και που είναι το μπρος…

-Μα τι να καταλάβεις; Όπου είναι η ουρά είναι και το μπρος, και εκεί που κάθεται η ευγένειά σας είναι το πίσω…

Το αλογάκι ήταν λιπόσαρκο, με ανοιχτά πόδια και φαγωμένα αυτιά. Όταν ο αμαξάς ανασηκώθηκε και το χτύπησε με το σχοινένιο μαστίγιο, αυτό κούνησε μόνο το κεφάλι, όταν το έβρισε και το χτύπησε άλλη μία φορά, τότε το κάρο έτριξε και άρχισε να τρέμει σαν δαιμονισμένο. Μετά το τρίτο χτύπημα το κάρο κύλησε λίγο και πια με το τέταρτο κουνήθηκε από τη θέση του.

Έτσι θα πάμε όλο το δρόμο; ρώτησε ο τοπογράφος, νοιώθοντας το δυνατό τράνταγμα και παραμένοντας έκπληκτος από την ικανότητα των  Ρώσων αμαξάδων να κάνουν, με μια τόση αργή χελωνίσια διαδρομή, την ψυχή να ξεβιδώνεται από το τράνταγμα.

Θα-α-α φτάσουμε! –τον καθησύχασε ο αμαξάς. Το άλογο είναι νεαρό, έξυπνο… Ασ’ το  μόνο να πάρει φόρα και μετά δεν σταματάει… Άιντε, καταραμέ…νο!

Όταν το κάρο βγήκε από τον σταθμό ήταν σούρουπο. Στα δεξιά τού τοπογράφου απλωνόταν η πεδιάδα, σκοτεινή, παγωμένη, χωρίς τέλος και άκρη… (Διασχίζοντάς την είναι σαν να ξεκινάς για του διαόλου τη μάνα). Στον ορίζοντα, εκεί που χανόταν και ενωνόταν με τον ουρανό, έσβηνε νωχελικά το κρύο φθινοπωρινό σούρουπο… Αριστερά από τον δρόμο, στον σκοτεινιασμένο αέρα ξεχώριζαν κάποια βουναλάκια, σαν περσινές θημωνιές ή σαν σπιτάκια. Τι ήταν μπροστά δεν έβλεπε ο τοπογράφος, επειδή απ’ αυτή την πλευρά όλο το οπτικό πεδίο το κάλυπτε η φαρδιά, άγαρμπη πλάτη του αμαξά. Ήταν ήσυχα, αλλά κρύα και παγωμένα.

«Τι νέκρα που είναι εδώ! (σκεφτόταν ο τοπογράφος, προσπαθώντας να προστατεύσει τα αυτιά του με το γιακά του παλτού), ούτε ψυχή!» Αν του επιτεθούν ξαφνικά και τον ληστέψουν; Ακόμα και κανόνι να πέσει δεν θα το ακούσει κανείς!.. Κι ο αμαξάς κάπως μυστήριος… Για δες τον, τι πλατάρα! Αυτό το παιδί της φύσης και δάχτυλο να κουνήσει, η ψυχή σου πάει στην Κούλουρη! Και η μούρη του είναι άγρια, ύποπτη».

-Ε! καλέ μου, ρώτησε ο τοπογράφος, πώς σε λένε;

-Εμένα; Κλήμη.

-Λοιπόν, Κλήμη, πώς είναι εδώ; Δεν είναι επικίνδυνα; Δεν γίνονται επιθέσεις;

-Όχι, μα τω θεώ… Ποιος να κάνει επίθεση;

-Είναι καλό που δεν κάνουν επιθέσεις… Αλλά εγώ για καλό και για κακό έχω πάρει μαζί μου τρία ρεβόλβερ, είπε ψέματα ο τοπογράφος. Και με το ρεβόλβερ, ξέρεις, δεν αστειεύεται κανείς. Με δέκα ληστές μπορείς να τα βγάλεις πέρα…

Σκοτεινιά. Το κάρο ξαφνικά έτριξε, τσίριξε, τρεμούλιασε, και, σαν άθελά του, έκανε αριστερά.

«Πού με πάει; σκέφτηκε ο τοπογράφος. Πήγαινε όλο ευθεία και ξαφνικά έστριψε αριστερά. Πιθανόν να με πηγαίνει σε κάποια λόχμη ο παλιάνθρωπος, και… και… συμβαίνουν τέτοια περιστατικά!»

-Άκου, απευθύνθηκε στον αμαξά. –Έτσι λες! Ότι εδώ δεν είναι επικίνδυνα; Κρίμα… Μ’ αρέσει να παλεύω με ληστές… Στην όψη είμαι αδύνατος, αρρωστιάρης, αλλά οι δυνάμεις μου λες και είναι ταύρου… Μια φορά μου επιτέθηκαν τρεις ληστές… Και τι νομίζεις; Τον ένα τον χτύπησα τόσο άσχημα, που… που, καταλαβαίνεις, παρέδωσε την ψυχή στον Θεό, και οι άλλοι δύο εξαιτίας μου πήγαν στα κάτεργα της Σιβηρίας. Και από πού παίρνω αυτή τη δύναμη, δεν ξέρω… Αρπάζεις το χέρι κάποιου δυνατού, κάποιου σαν και σένα και… πάει τελείωσε.

Ο Κλήμης έριξε μια ματιά στον τοπογράφο, ανοιγόκλεισε τα μάτια και μαστίγωσε το άλογο.

-Ναι, αδελφέ… συνέχισε ο τοπογράφος. Θεός φυλάξει αν μπλεχτεί κανείς με μένα! Δεν φτάνει που ο ληστής μένει δίχως χέρια και δίχως πόδια, αλλά πρέπει και να δικαστεί… Όλοι οι δικαστές και οι αστυνομικοί μού είναι γνωστοί. Εγώ είμαι άνθρωπος του κράτους, με χρειάζονται… Και είναι γνωστό στη διοίκηση ότι ταξιδεύω… και γι’ αυτό παρακολουθούν για να μη μου κάνει κάποιος κακό. Παντού στον δρόμο πίσω από τους θάμνους είναι έτοιμοι να ορμήσουν εκατοντάδες υπαξιωματικοί των Κοζάκων… Α-α-αλτ! Έμπηξε τις φωνές ο τοπογράφος. –Πού μπήκες; Πού με πας;

-Μα δεν βλέπετε; Είναι δάσος!

«Πράγματι, δάσος… σκέφτηκε ο τοπογράφος. Εγώ τι φοβήθηκα! Όμως δεν πρέπει να του φανερώσω την ανησυχία μου… Ήδη  πρόσεξε πως τρέμω. Γιατί με κλεφτοκοίταζε τόσο συχνά; Ίσως σχεδιάζει κάτι… Προηγουμένως πήγαινε σιγά-σιγά, βήμα-βήμα, και τώρα για δες τον, πάει σαν αστραπή!»

-Άκου, Κλήμη, γιατί ζορίζεις τόσο το άλογο;

-Δεν το ζορίζω, μόνο του πήρε φόρα… Και όταν παίρνει φόρα τίποτε δεν μπορεί να το σταματήσει… Και το ίδιο δεν είναι χαρούμενο με τέτοια πόδια που έχει.

-Λες ψέματα, αδελφέ! Βλέπω ότι λες ψέματα! Μόνο σε συμβουλεύω να μην τρέχεις τόσο γρήγορα. Κάνε λίγο κράτει… Ακούς; Κάνε λίγο κράτει!

-Γιατί;

Επειδή… επειδή, μαζί μου από τον σταθμό θα έπρεπε να έρθουν τέσσερις φίλοι. Πρέπει να μας προλάβουν… Υποσχέθηκαν να με προλάβουν σ’ αυτό το δάσος… Θα είναι πιο ευχάριστα να συνεχίσουμε μαζί τους… Είναι άνθρωποι υγιείς, γεροδεμένοι… ο καθένας έχει περίστροφο… Γιατί στρίβεις συνέχεια πίσω και κοιτάζεις, σαν να κάθεσαι σε βελόνες; Ε! Εγώ, αδελφέ, έ… αδελφέ… Σε μένα δεν υπάρχει τίποτε να κοιτάξεις… τίποτε ενδιαφέρον σε μένα… Ίσως μόνο τα ρεβόλβερ… Παρακαλώ, αν θέλεις, θα σου τα δείξω, παρακαλώ…

Ο τοπογράφος έκανε ότι ψαχουλεύει τις τσέπες και εκείνη τη στιγμή συνέβη κάτι που κανένας δεν θα μπορούσε να περιμένει, όσο δειλός κι αν ήταν. Ο Κλήμης ξαφνικά ρίχτηκε από το κάρο στα τέσσερα και έτρεξε στο ρουμάνι.

-Βοήθεια! Φώναξε κλαψιάρικα. Βοήθεια! Πάρε, καταραμένε, και το άλογο και το κάρο, μόνο μη με σκοτώσεις! Βοήθεια!

Ακούστηκαν γρήγορα βήματα που χάνονταν, τριγμός ξερόκλαδων – και τέλος σιωπή… Ο τοπογράφος, μη περιμένοντας τέτοια συμπεριφορά, σταμάτησε πρώτα το άλογο, μετά κάθισε πιο βολικά στο κάρο και άρχισε να σκέφτεται.

«Έφυγε τρέχοντας… ο βλάκας… φοβήθηκε. Και τώρα τι θα γίνει; Δεν είναι δυνατόν να προχωρήσω μόνος, δεν ξέρω τους δρόμους και μπορεί  να νομίζουν ότι έκλεψα το άλογό του… Τι θα γίνει;» -Κλήμη! Κλήμη!

-Κλήμη!.. απάντησε η ηχώ.

Στη σκέψη ότι θα περάσει όλη τη νύχτα καθισμένος στο σκοτεινό δάσος, μέσα στο κρύο, ακούγοντας μόνο τους λύκους και την ηχώ από τα ρουθουνίσματα της λιπόσαρκης φοράδας τον έπιασε σύγκρυο.

-Κλημούλη! –φώναξε. –Καλέ μου! Πού είσαι, Κλημούλη;

Δύο ώρες φώναζε ο τοπογράφος, και μόνο αφού βράχνιασε και συμφιλιώθηκε με τη διανυκτέρευσή του στο δάσος, τότε το ελαφρό αεράκι του έφερε κάποιο βογκητό.

-Κλήμη! Εσύ είσαι καλέ μου; Πάμε.

-Θα με…σκοτώσεις;

-Αστειεύτηκα, καλέ μου! Τιμώρησέ με, κύριε, αστειεύτηκα! Τι ρεβόλβερ! Εγώ είπα ψέματα από φόβο! Κάνε μου τη χάρη, πάμε! Παγώνω!

Ο Κλήμης συλλογίστηκε ότι, μάλλον, ένας πραγματικός ληστής θα είχε εξαφανιστεί προ πολλού με το άλογο και το κάρο, βγήκε από το δάσος και αναποφάσιστα πλησίασε τον επιβάτη του.

-Μα από τι φοβήθηκες, βλάκα; Εγώ… εγώ αστειευόμουνα και συ φοβήθηκες… κάτσε!

-Ο θεός μαζί σου, αφέντη, μουρμούρισε ο Κλήμης σκαρφαλώνοντας στο κάρο. Αν το ήξερα ούτε με εκατό ολόκληρα δεν θα σε πήγαινα. Παραλίγο να πεθάνω απ’ τον φόβο…

Ο Κλήμης μαστίγωσε το άλογο. Το κάρο τραντάχτηκε. Ο Κλήμης  το ξαναμαστίγωσε και το κάρο κουνήθηκε. Μετά το τέταρτο χτύπημα, όταν το κάρο κουνήθηκε από τη θέση του, ο τοπογράφος σκέπασε τ’ αυτιά του με τον γιακά και βυθίστηκε σε σκέψεις. Ο δρόμος και ο αμαξάς δεν του φαίνονταν πια επικίνδυνοι.

 

Πηγή: Διήγημα του 1885. Полное собрание сочинений и писем в 30-ти томах. Сочинение Том 4 М. «Наука», 1984. (Πλήρης συλλογή έργων 30 τόμων, 4ος  τόμος. Εκδόσεις Ναούκα, 1984).

Άντον Τσέχωφ (Антон Чехов)(Ταγκανρόγκ Ρωσίας 1860 – Μπαντενβάιλερ Γερμανίας 1904). Σπούδασε ιατρική στη Μόσχα. Παράλληλα με τις ιατρικές σπουδές άρχισε και το συγγραφικό του έργο. Ποτέ δεν εγκατέλειψε τη ιατρική. Είναι ένας από τους μεγαλύτερους  θεατρικούς συγγραφείς του 19ουαι. και όχι μόνο. Το διήγημα αυτό δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα το Άστυ, στις 30/8/1901 σε μετάφραση, από τη γαλλική γλώσσα, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.

Μετάφραση από τα ρωσικά: Ελένη Κατσιώλη. Το διήγημα αυτό πήρε Β΄ βραβείο μετάφρασης στον 1οδιαγωνισμό λογοτεχνικής μετάφρασης ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ 2010.

[1] Τα ταχυδρομικά άλογα ήταν κρατικά και παράλληλα αποτελούσαν συγκοινωνίες για ταξιδιώτες.

[2] Κάτι σαν Χάχας.