Οι χαραμοφάηδες (Нахлебники)

Ο νοικοκύρης Μιχαϊλ Πετρόφ Ζότοφ, εβδομήντα χρονών σαράβαλο, μόνος και έρημος, ξύπνησε απ’ το κρύο με πόνους σε όλο το γεροντικό κορμί του. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό και το καντήλι μπροστά στην εικόνα είχε πια σβήσει. Σήκωσε την κουρτίνα και κοίταξε έξω. Τα σύννεφα φαίνονταν πιο άσπρα και άρχιζε ν’ ανοίγει ο ουρανός∙ δεν θα ’ταν παραπάνω από τέσσερις και κάτι.

Ο Ζότοφ έβγαλε ένα μικρό ξεφωνητό, έβηξε λιγάκι και σφιγμένος από το κρύο σηκώθηκε από το κρεβάτι. Κατά την παλιά του συνήθεια έμεινε πολλή ώρα μπροστά στην εικόνα και προσευχήθηκε. Είπε το «Πάτερ ημών», το «Χαίρε κεχαριτωμένη», το «Πιστεύω» και μνημόνευσε μια μεγάλη σειρά από ονόματα. Σε ποιον ανήκουν αυτά τα ονόματα το έχει ξεχάσει από καιρό, και τα λέει μόνο από συνήθεια. Κατά την ίδια πάλι συνήθεια σκούπισε το δωμάτιο και τον διάδρομο και άναψε το μικρό σαμοβάρι, ένα φουσκωτό χαλκοκόκκινο με τέσσερα ποδαράκια. Αν δεν είχε αυτές τις συνήθειες ο Ζότοφ, δεν θα ήξερε πώς να γεμίσει την ώρα του τώρα στα γεράματα.

Το σαμοβαράκι σιγά-σιγά ζεστάθηκε και ξαφνικά, ανέλπιστα, άρχισε να σφυρίζει σαν τρεμουλιαστή φωνή μπάσου.

-Άιντε, σφύρα! –μουρμούρισε ο Ζότοφ. –Σφυρίζει όποτε του καπνίσει!

Τότε ο γέρος θυμήθηκε ότι την περασμένη νύχτα ονειρεύτηκε μια σόμπα, κι αν δεις στο όνειρό σου σόμπα σημαίνει στενοχώρια.

Τα όνειρα και οι οιωνοί ήταν τα μόνα που μπορούσαν να βάλουν το μυαλό του να δουλέψει. Και αυτή τη φορά με ιδιαίτερο ενδιαφέρον βυθίστηκε στη λύση ερωτημάτων: γιατί σφυρίζει το σαμοβάρι; τι στεναχώρια προφητεύει η σόμπα; Το όνειρο βγήκε γρήγορα αληθινό: όταν ο Ζότοφ ξέβγαλε το τσαγιερό και πήγε να πάρει το τσάι για να το ζεματίσει, στο μικρό κουτί δεν βρήκε ούτε ένα φυλλαράκι.

-Κάτεργο η ζωή! –γκρίνιαξε, περιστρέφοντας στο στόμα του με τη γλώσσα ψίχουλα μαύρου ψωμιού. Τι σκυλίσια μοίρα! Δεν έχει τσάι! Καλύτερα να ήμουνα ένας απλός μουζίκος παρά νοικοκύρης. Ρεζιλίκι!

Γογγύζοντας και παραμιλώντας ο Ζότοφ, άγρια ήρεμος και ψυχρός, φόρεσε το παλτό του που έμοιαζε με κρινολίνο και έχωσε τα πόδια του στις τεράστιες άγαρμπες γαλότσες που τις είχε ράψει ο τσαγκάρης Προχόριτς. Η μεγάλη αυλή, έμοιαζε να κυματίζει από τα αγριάγκαθα ενώ τα μισοκαλυμμένα κίτρινα φύλλα ασήμιζαν ελαφρά στη φθινοπωρινή πάχνη. Κανένας ήχος, ούτε αέρας. Ο γέρος έκατσε στο σκαλοπάτι της ξεχαρβαλωμένης βεράντας και εκείνη τη στιγμή έγινε το ίδιο που συνέβαινε συστηματικά κάθε πρωί: πλησίαζε ο Λίσκα το σκυλί του, ένα μεγάλο μαντρόσκυλο, άσπρο με μαύρες κηλίδες, μαδημένο, μισοπεθαμένο, με κλειστό το δεξί μάτι. Ο Λίσκα πλησίασε διστακτικά, σκύβοντας άτολμα, σαν να πατούσε σε πυρωμένη πλάκα και όχι σε χώμα, και όλο το γερασμένο του κορμί έμοιαζε να είναι σε μιαν ακραία ταπείνωση. Ο Ζότοφ προσποιήθηκε ότι δεν του δίνει σημασία∙ όμως όταν αυτός κούνησε λίγο την ουρά του και όπως πάντα σκύβοντας έγλειψε τη γαλότσα του, τότε χτύπησε θυμωμένα το πόδι.

-Ξουτ, άει ψόφα! –φώναξε. –Καταραμένε!

Ο Λίσκα πήγε στη γωνία, έκατσε και κάρφωσε το μοναδικό του μάτι στον αφεντικό του.

-Σατανάδες! –συνέχισε ο Ζότοφ. –Σεις μου λείπατε!

Κοίταξε με μίσος στο υπόστεγο που η στέγη του είχε μισοκαταρρεύσει. Εκεί, από την πόρτα τον κοίταζε ένα μεγάλο αλογίσιο κεφάλι. Μάλλον, ευχαριστημένο από την προσοχή του αφεντικού, το κεφάλι άρχισε να κινείται, προχώρησε μπροστά, και βγήκε από το υπόστεγο ολόκληρο το άλογο, τόσο κακομοιριασμένο όπως ο Λίσκα, τόσο διστακτικό και βασανισμένο, λεπτοπόδαρο, γκριζαρισμένο, με ρουφηγμένη κοιλιά και κοκαλιάρικη ράχη. Βγήκε από το υπόστεγο και σταμάτησε αναποφάσιστο, εντελώς σαστισμένο.

-Που να σας πάρει ο Χάρος!… συνέχισε ο Ζότοφ. –Εξαφανιστείτε από τα μάτια μου, τομάρια… Μπας και θέλετε να φάτε! – μισογέλασε, στραβώνοντας το άσχημό του πρόσωπο με ένα περιφρονητικό χαμόγελο. –Με συγχωρείτε, αμέσως! Για έναν τέτοιον κέλητα η βρώμη είναι ό,τι καλύτερο! Φάτε! Αμέσως! Και εξαιρετικέ και αγαπημένε μου σκύλε τι θα φάτε! Αν δεν σας αρέσει αγαπημένε μου σκύλε το ψωμί, μήπως θα θέλατε βοδινό;

Ο Ζότοφ γκρίνιαζε για κανένα μισάωρο και φούντωνε όλο και πιο πολύ∙ στο τέλος μη μπορώντας να αντέξει τη μεγάλη κακία που έβραζε μέσα του πετάχτηκε, χτύπησε τις γαλότσες του και ούρλιαξε σε ολόκληρη την αυλή:

-Δεν είμαι υποχρεωμένος να σας ταΐζω, παράσιτα! Δεν είμαι κανένας εκατομμυριούχος για να τρώτε και να πίνετε από το φαΐ μου! Εγώ ο ίδιος δεν έχω τίποτε να φάω βρωμερά παλιόζωα, που να σας πιάσει χολέρα! Καμιά χαρά δεν είδα από σας, ούτε όφελος, παρά μόνο έξοδα και πόνο! Γιατί δεν ψοφάτε; Τι πλάσματα είσαστε εσείς που ούτε ο χάρος δεν σας παίρνει; Ζήστε, που να σας πάρει ο διάολος, εγώ όμως δεν θέλω να σας ταΐζω! Αρκετά με μένα! Δεν θέλω! Ο Ζότοφ εξοργιζόταν, αγανακτούσε και το άλογο και το σκυλί άκουγαν.

Να κατάλαβαν άραγε αυτοί οι δύο χαραμοφάηδες ότι τους κατηγορούν για ένα κομμάτι ψωμί; -δεν ξέρω, αλλά οι κοιλιές τους ρουφήχτηκαν περισσότερο και το σώμα τους συρρικνώθηκε, έσβησε και έδειχναν καταφοβισμένοι… Το ταπεινό βλέμμα τους εξόργισε ακόμα περισσότερο τον Ζότοφ.

Έξω! –φώναξε, κυριευμένος από λύσσα. –Έξω από το σπίτι μου! Να μη σας ξαναδώ στα μάτια μου! Δεν είμαι υποχρεωμένος να κρατάω το κάθε ρεμάλι στην αυλή μου! Έξω!

Ο γέρος γοργοβάδισε προς την αυλόπορτα, την άνοιξε και παίρνοντας από κάτω μια βίτσα άρχισε να διώχνει από την αυλή τα ζωντανά του. Το άλογο άρχισε να κουνάει αργά το κοκαλιάρικο σώμα του προς την αυλόπορτα με το σκυλί από πίσω του. Και τα δύο βγήκαν στον δρόμο και έχοντας κάνει καμιά εικοσαριά βήματα σταμάτησαν στον φράχτη.

-Θα σας… –τα φοβέρισε ο Ζότοφ.

Έχοντας βγάλει έξω τα ζωντανά, ησύχασε και άρχισε να σκουπίζει την αυλή. Αραιά και πού έριχνε μια ματιά στον δρόμο: το άλογο και το σκυλί στέκονταν σαν στύλοι δίπλα στον φράχτη και κοίταζαν μελαγχολικά την αυλόπορτα.

-Άιντε να δούμε πώς θα ζήσετε χωρίς εμένα! –γκρίνιαξε ο γέρος, νοιώθοντας να καταλαγιάζει ο θυμός του- βρείτε κάποιον άλλον να ενδιαφερθεί τώρα για σας! Εγώ είμαι τσιγκούνης και κακός… με μένα να ζεις είναι ελεεινό, γι’ αυτό ζήστε με άλλον… Να δούμε!…

Απολαμβάνοντας τη θέα των χαραμοφάηδων και μαλώνοντάς τους μέχρι να χορτάσει, ο Ζότοφ βγήκε από την αυλόπορτα και παίρνοντας άγρια έκφραση στο πρόσωπό του, φώναξε:

-Έλα, τι στέκεστε; Ποιον περιμένετε; Στέκεστε στη μέση του δρόμου και εμποδίζετε τον κόσμο να περάσει! Πηγαίνετε στην αυλή!

Το άλογο και το σκυλί έσκυψαν τα κεφάλια και με ένοχο βλέμμα κατευθύνθηκαν προς την αυλόπορτα. Ο Λίσκα νοιώθοντας ότι, μάλλον, δεν άξιζε συγχώρεση άρχισε να γρυλίζει παραπονιάρικα.

-Ζήστε, κι’ όσο για τροφή, τη βάψατε! –είπε ο Ζότοφ, αφήνοντάς τα να μπουν. -Δεν πάτε να ψοφήσετε!

Στο μεταξύ μέσα από την πρωινή φθινοπωρινή καταχνιά άρχισαν να προβάλλουν οι λοξές ακτίνες του ήλιου. Ακούστηκαν φωνές και βήματα. Ο Ζότοφ έβαλε στη θέση της τη σκούπα, βγήκε από την αυλή και πήγε στον κουμπάρο του και γείτονα Μαρκ Ιβάνιτς που είχε μπακάλικο. Όταν έφτασε κάθισε στην πτυσσόμενη καρέκλα, αναστέναξε με σοβαρότητα, ίσιωσε τη γενειάδα του και άρχισε να μιλάει για τον καιρό. Από τον καιρό οι κουμπάροι πέρασαν στον καινούριο διάκονο, από τον διάκονο στους ψάλτες, -και η συζήτηση τράβαγε σε μάκρος. Με το πες-πες η ώρα περνούσε και όταν ο μικρός του μπακάλικου έφερε το μεγάλο τσαγιερό με το ζεματιστό νερό και οι κουμπάροι άρχισαν να πίνουν τσάι, ο χρόνος πέταξε σαν πουλάκι. Ο Ζότοφ ζεστάθηκε και έγινε πιο εύθυμος.

-Έχω να σου κάνω μία παράκληση, Μαρκ Ιβάνιτς, -άρχισε να λέει μετά το έκτο φλιτζάνι τσάι, χτυπώντας τα δάχτυλα στον πάγκο του μαγαζιού. -Θα είχες την καλοσύνη να μου δώσεις και σήμερα λίγη βρώμη;

Πίσω από το μεγάλο κασόνι με το τσάι που καθόταν ο Μαρκ Ιβάνιτς, ακούστηκε ένας βαθύς αναστεναγμός.

-Κάνε μου τη χάρη, δώσε μου λίγο, -συνέχισε ο Ζότοφ. Μη μου δώσεις τσάι αλλά δώσε μου βρώμη… Ντρέπομαι που στο ζητώ, σε έχω παραφορτώσει με τη φτώχεια μου, όμως… το άλογο πεινάει.

-Ακριβώς. Μπορώ να σου δώσω, αναστέναξε ο κουμπάρος. Γιατί να μη σου δώσω; Όμως μα την κόλαση, πες μου καλέ μου, μέχρι πότε θα κρατάς αυτά τα ψοφίμια; Μακάρι ν’ άξιζε το άλογο, αλλά τώρα, φτου!… Ντρέπεσαι να το κοιτάξεις… Και το σκυλί ένας καθαρός σκελετός! Γιατί τα ταΐζεις;

-Πού να τα πάω;

-Είναι γνωστό το πού. Πήγαινέ τα στον Ιγνάτ τον εκδοροσφαγέα -αυτό είναι όλο. Από καιρό έπρεπε να τα πας εκεί. Είναι το σωστό μέρος.

-Μπορεί να είναι κι έτσι!… Μάλλον είναι…

-Ζεις με τη ζητιανιά κι από πάνω κρατάς και ζώα, -συνέχισε ο κουμπάρος. Εγώ δεν τσιγκουνεύομαι τη βρώμη… Ο Θεός μαζί σου, αλλά, ακόμα χειρότερα αδελφέ, να δίνεις κάθε μέρα, αυτό… είναι ασύμφορο. Και επιτέλους είναι απέραντη η φτώχεια σου! Δίνεις, δίνεις και δεν ξέρεις πότε αυτό θα πάρει τέλος.

Ο κουμπάρος αναστέναξε και χάιδεψε το κόκκινο πρόσωπό του.

-Καλύτερα να είχες πεθάνει κι εσύ -είπε. –Μιας και ούτε συ ο ίδιος δεν ξέρεις για ποιο λόγο ζεις… Ειλικρινά! Αφού ο Κύριος δεν σου δίνει τον θάνατο, θα ’πρεπε να είχες πάει σ’ ένα οποιοδήποτε φτωχοκομείο ή άσυλο.

-Γιατί να πάω; Έχω συγγενείς… Έχω μία εγγονή…

Και άρχισε ο Ζότοφ να εξηγεί με πολλά λόγια ότι κάπου σ’ ένα αγρόκτημα ζει η εγγονή του η Γκλάσα, κόρη της ανιψιάς του της Κατερίνας.

-Είναι υποχρεωμένη να με ταΐσει! –είπε. Θα της μείνει το σπίτι μου. Άρα πρέπει να με ταΐσει. Θα σηκωθώ και θα πάω. Έτσι είναι, καταλαβαίνεις…; η Γκλάσα είναι κόρη της Κάτιας και η Κάτια, καταλαβαίνεις…; είναι προγονή του αδερφού μου Παντελέι… καταλαβαίνεις…; Θα της μείνει το σπίτι μου… Ας με ταΐσει!

-Μα πώς; Αντί να ζητάς ελεημοσύνη θα έπρεπε να έχεις πάει σ’ αυτή εδώ και πολύ καιρό.

-Μα θα πάω! Να με τιμωρήσει ο Θεός αν δεν πάω. Είναι υποχρεωμένη!

Όταν πέρασε η ώρα και οι κουμπάροι ήπιανε σφηνάκια, ο Ζότοφ έκατσε στη μέση του πάγκου και είπε με ενθουσιασμό:

-Από καιρό ετοιμάζομαι να πάω σ’ αυτή! Σήμερα θα πάω!

-Σίγουρα! Όσο λες αερολογίες ότι θα πάς, εντωμεταξύ θα ψοφήσεις. Θα περάσει καιρός για να πας στο αγρόκτημα.

-Θα πάω αμέσως! Θα φτάσω και θα της πω: πάρε το σπίτι μου, αλλά τάισέ με και σεβάσου με. Είσαι υποχρεωμένη! Εκτός και αν δεν θέλεις να έχεις ούτε το σπίτι ούτε την ευλογία μου! Φεύγω Ιβάνιτς!

Ο Ζότοφ ήπιε ακόμα ένα σφηνάκι και εμπνευσμένος από την καινούρια ιδέα βιάστηκε να πάει στο σπίτι του… Από τη βότκα είχε γίνει κουδούνι, το κεφάλι του γύριζε, αλλά δεν ξάπλωσε, μάζεψε σε μπόγο τα ρούχα του, προσευχήθηκε, πήρε το μπαστούνι και βγήκε από την αυλή. Χωρίς να κοιτάξει πίσω, μουρμουρίζοντας και χτυπώντας το μπαστούνι στις πέτρες πέρασε όλο το δρόμο και βγήκε στους αγρούς. Μέχρι το αγρόκτημα ήταν δέκα με δώδεκα χιλιόμετρα. Πέρασε από τον στεγνό δρόμο, κοίταξε το κοπάδι που μασούσε τεμπέλικα το κίτρινο χόρτο, και σκέφτηκε για την απότομη ανατροπή της ζωής του που έγινε τόσο ξαφνικά. Θυμήθηκε τα ζωντανά του. Φεύγοντας από το σπίτι δεν έκλεισε την αυλόπορτα και έτσι τους έδωσε την ευχέρεια να πάνε όπου θέλουνε.

Δεν είχε προχωρήσει ούτε ένα χιλιόμετρο στον αγρό όταν πίσω του άκουσε βήματα. Γύρισε και θυμωμένος χτύπησε τα χέρια του: πίσω του, σκύβοντας το κεφάλι και με μαζεμένη την ουρά περπατούσαν ήσυχα το άλογο και ο Λίσκα.

-Πηγαίνετε πίσω! -τους φώναξε και κούνησε τα χέρια.

Εκείνα σταμάτησαν, κοιταχτήκανε και κοίταξαν κι αυτόν. Προχώρησε πιο πέρα, αυτά από πίσω του. Τότε σταμάτησε και άρχισε να σκέφτεται. Στη μισογνώριμη εγγονή του Γκλάσα ήταν αδύνατο να πάει με αυτά τα ψοφίμια, να γυρίσει πίσω και να τα κλειδώσει δεν ήθελε, αν και δεν γινόταν επειδή η αυλόπορτα ήταν άχρηστη.

«Στο υπόστεγο θα ψοφήσουν, -σκέφτηκε ο Ζότοφ. –Να τα πάω στον Ιγκνάτ;»

Το σπίτι του Ιγκνάτ ήταν στο βοσκοτόπι, εκατό βήματα από το όριο της πόλης. Ο Ζότοφ μη έχοντας ακόμα αποφασίσει οριστικά και μη ξέροντας τι να κάνει, πήγαινε προς τα εκεί. Το κεφάλι του γύριζε και σκοτείνιαζαν τα μάτια του…

Λίγα θυμάται από αυτά που συνέβησαν στην αυλή του εκδοροσφαγέα Ιγκνάτ. Θυμάται την άσχημη βαριά μυρωδιά του δέρματος, τη νόστιμη μυρωδιά της λαχανόσουπας που έτρωγε όταν πήγε κοντά του. Σαν σε όνειρο είδε πως ο Ιγκνάτ, αναγκάζοντάς τον να περιμένει δύο ώρες, προετοίμαζε για πολύ κάτι, άλλαξε ρούχα, μίλησε με κάποια γυναίκα για σουμπλιμέ∙[1] θυμάται ότι το άλογο ήταν τοποθετημένο σ’ ένα μηχάνημα, μετά ακούστηκαν δύο κούφια χτυπήματα: ένα στο κρανίο κι ένα από την πτώση του μεγάλου σώματος. Όταν ο Λίσκα, βλέποντας τον θάνατο του φίλου του, ρίχτηκε με ουρλιαχτό στον Ιγκνάτ, τότε ακούστηκε ένα τρίτο χτύπημα που έκοψε απότομα το ουρλιαχτό. Αργότερα ο Ζότοφ θυμάται ότι από κουταμάρα και μεθύσι, βλέποντας τα δύο πτώματα, πήγε στο μηχάνημα και έβαλε κι αυτός το κεφάλι του…

Μετά, μέχρι το βράδυ τα μάτια του ήταν συννεφιασμένα από ένα θολό πέπλο και δεν μπορούσε να δει ούτε τα δάχτυλά του.

 

Μετάφραση από τη ρωσική: Ελένη Κατσιώλη

Ανάρτηση στο σάιτ του Υπουργείου Παιδείας Κύπρου, 2013. Σενάρια διδασκαλίας της Β΄ Γυμνασίου, ενότητα: Άνθρωποι και ζώα.

Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1901, στην εβδομαδιαία σατυρική εφημερίδα «το Άστυ», σε μετάφραση από τη γαλλική Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη με τίτλο «Οι Οικότροφοι».

[1] Σουμπλιμέ: απολυμαντική χημική ουσία.