Η φωτογραφία

Ήταν αποφασισμένοι να πετύχουν, όλες οι κινήσεις τους είχαν μελετηθεί σχολαστικά. Θα είχαν τα πιστόλια στα χέρια και  μπαίνοντας μέσα θα φώναζαν με σταθερή φωνή «Καλημέρα!» και μετά «Προσοχή! Ληστεία!» Ο ένας θ’ ανάγκαζε την ταμία ν’ ανοίξει γρήγορα το χρηματοκιβώτιο κι ο άλλος θα επιτηρούσε το προσωπικό και τους πελάτες. Φεύγοντας, θα ζητούσαν συγνώμη για την ενόχληση, θα ευχαριστούσαν τις υπαλλήλους, θα έμπαιναν στο κλεμμένο Φορντ και θα χάνονταν στα γύρω στενά για να χάσουν τα ίχνη τους όσοι τολμηροί θα ’παιρναν το ρίσκο να τους κυνηγήσουν. Έπειτα θα επιβιβάζονταν στο κλεμμένο Σιτροέν που είχαν αφήσει αποβραδίς έξω από την παλιά μονοκατοικία, η οποία φαινόταν ακατοίκητη. Θα το παρκάριζαν κοντά στον σταθμό του ηλεκτρικού, θα παίρνανε το τρένο για το Φάληρο και στο διαμέρισμα του Κοσμά θα κάνανε τη μοιρασιά.

Εμπνευστής της επιχείρησης ήταν ο Κοσμάς. Πριν από τρεις μήνες είχε ληστέψει μόνος του την ίδια Τράπεζα και ήξερε τα κατατόπια. Ο Δαμιανός ως απλός συνεργός έπρεπε να υπακούει στις εντολές του. Η συμφωνία είχε κλείσει στο διαμέρισμα του Φαλήρου με το σφίξιμο των χεριών και το άνοιγμα μιας μπουκάλας σαμπάνια. Την ώρα που ο Κοσμάς εξηγούσε στον σύντροφό του τις λεπτομέρειες της επιχείρησης, από το CD player ακουγόταν η φωνή της Μαρίζας Κωχ που τραγουδούσε στίχους του Νίκου Καββαδία: «Πούθ’ έρχεσαι; Απ’ τη Βαβυλώνα. /Πού πας; Στο μάτι του κυκλώνα. /Ποιαν αγαπάς; Κάποια τσιγγάνα./ Πώς τη λένε; Φάτα Μοργκάνα».

«Στην υγειά της Ζίνας!» ευχήθηκε με το χέρι υψωμένο ο Κοσμάς.

«Στην  υγειά της!» είπε κι ο Δαμιανός.

Το διαμέρισμα είχε αγοραστεί με τα λεφτά της ληστείας και για τον Κοσμά αποτελούσε το κυριότερο επιχείρημα για να πειστεί ο φίλος του να συμμετάσχει. Σ’ ένα ντουλάπι της κουζίνας φύλαγε μερικά αποκόμματα εφημερίδων που έγραφαν για τον ευγενικό ληστή, ο οποίος, αφού άρπαξε τα λεφτά, ευχαρίστησε φεύγοντας τις κοπέλες του υποκαταστήματος. Τα έβγαλε και του τα έδειξε.

«Έκανες καλή δουλειά», είπε ο Δαμιανός.

Ο Κοσμάς χαμογέλασε με ικανοποίηση, αλλά χωρίς έπαρση:

«Ήταν εύκολο. Θάρρος χρειάζεται».

*

Είχαν γνωριστεί πριν δύο χρόνια στο “Μαίρη Λαιμού”, όπου είχαν μπαρκάρει ως ναύτες. Με την πρώτη κουβέντα διαπίστωσαν πως είχαν κοινά σημεία, ικανά να τους συνδέσουν με μακροχρόνια σχέση. Αγαπούσαν το τάβλι, τον Ολυμπιακό, το γιαπωνέζικο ουίσκι Σαντόρι. Έτσι έγιναν αχώριστοι: μαζί στο καπνιστήριο, μαζί στην κουπαστή, μαζί στα μπαρ του Μπουένος Άιρες και τα καμπαρέ του Πόρτο Αλέγκρε. Μαζί και στο Χονγκ Κονγκ, στο εργαστήρι του μονόχειρα Κινέζου, που τους έφτιαξε τατουάζ στα μπράτσα, ένα κόκκινο γαρίφαλο για τον Κοσμά κι ένα μπλε για τον Δαμιανό. Ο Κοσμάς ήταν τριαντάρης κι ο Δαμιανός μόλις είχε μπει στα είκοσι τρία. Σε όλο το διάστημα της κοινής ναυτικής τους ζωής δεν είχαν συγκρουστεί ποτέ, αντιθέτως, επεδείκνυαν μιαν αξιοζήλευτη αλληλεγγύη τόσο στην κουβέρτα όσο και στη γέφυρα.

«Πώς τα βλέπεις τα πράγματα στη θάλασσα;» ρώτησε μια μέρα ο Κοσμάς τον Δαμιανό.

Το καράβι βρισκόταν στον Ειρηνικό με κατεύθυνση την Ιαπωνία∙ μόλις είχε περάσει τη διώρυγα του Παναμά. Ήταν απόγευμα, η βάρδια τους είχε τελειώσει και στέκονταν στην κουπαστή, αγναντεύοντας τα αφρισμένα κύματα.

«Είναι βαριά η καλογερική».

«Κι εγώ έχω κουραστεί. Λέω να βγω έξω να κάνω κάτι δικό μου στη στεριά».

«Έχεις τίποτα υπ’ όψη σου;»

«Λέω ν’ ανοίξω μαγαζί. Να γίνω αφεντικό του εαυτού μου».

«Το μαγαζί θέλει λεφτά».

«Έχω μαζέψει λίγα. Έχει κι η μάνα μου κάτι οικονομίες. Θα τα βολέψω».

Ο ήλιος έδυε, ένα δελφίνι χόρευε λίγο μακριά, ένα ιστιοφόρο έπλεε παράλληλα με την ακτή κι οι δυο φίλοι συνέχιζαν την κουβέντα για τη μοναξιά της θάλασσας.

*

Όταν ξεμπαρκάρισαν στη Μασσαλία, αποφάσισαν να μη χωρίσουν ποτέ· στο αεροδρόμιο ο Κοσμάς προσκάλεσε τον Δαμιανό στο σπίτι του στην Αμφιάλη για να γνωρίσει τις τρεις γυναίκες της ζωής του: τη μητέρα, την αδελφή του και τη Ρεγγίνα, τη μέλλουσα σύζυγό του που τη φώναζαν Ζίνα.

«Πότε με το καλό ο γάμος;» τον ρώτησε ο Δαμιανός, την ώρα που περίμεναν ταξί με τις βαλίτσες στο χέρι.

«Σύντομα, ελπίζω».

«Πού θα μείνετε;»

«Θ’ αγοράσω σπίτι. Θα το πάρω με δάνειο από την Τράπεζα».

«Σε ποια περιοχή;»

«Πάντως, όχι στην Αμφιάλη. Το θέλω να ’ναι κοντά στη θάλασσα».

Το ταξί άφησε τον ένα στο Μοσχάτο, όπου φιλήθηκαν σταυρωτά, και συνέχισε προς το πατρικό του άλλου μέσα από τα Καμίνια και την Κοκκινιά.

*

Η μητέρα ήταν χήρα και ζούσε με τη σύνταξη του άντρα της, εργάτη στον Παπαστράτο. Η αδελφή του Κοσμά, η Χριστίνα, τελείωνε το λύκειο και ήθελε να σπουδάσει γιατρός. Η Ζίνα, λίγο μεγαλύτερη από τη Χριστίνα, εργαζόταν ως πωλήτρια σ’ ένα κατάστημα ρούχων, κοντά στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά.

Την πρώτη φορά που τους επισκέφτηκε ο Δαμιανός, μια Κυριακή μεσημέρι, του βγάλανε γλυκό του κουταλιού, σύκο από τη συκιά στην αυλή τους. Κι ενώ από το ραδιόφωνο ακούγονταν λαϊκά τραγούδια, άρχισε η κουβεντούλα.

«Είσαι Πειραιώτης;» τον ρώτησε η μητέρα με τρυφερό ενδιαφέρον.

«Μένω στο Μοσχάτο με τη γιαγιά μου. Οι γονείς μου και τ’ αδέλφια μου είναι στη Γερμανία, στην Κολωνία».

«Έχεις πολλά αδέλφια;» τον ρώτησε η Χριστίνα.

«Δύο. Έναν αδελφό και μια αδελφή. Είναι μικρότεροί μου».

«Και γιατί δεν είσαι κι εσύ στην Κολωνία μαζί τους; Δεν σου λείπουν;» τον ρώτησε η Ζίνα.

«Δεν μ’ αρέσει η Γερμανία, προτιμώ την Ελλάδα. Τα καλοκαίρια αυτοί έρχονται εδώ κι όταν μπορώ πάω και τους βρίσκω».

«Κακό πράγμα η ξένη χώρα», είπε η μητέρα.

«Γιατί; Τα καράβια είναι καλύτερα;» πετάχτηκε ο Κοσμάς.

Την ίδια στιγμή η Σωτηρία Μπέλλου τραγουδούσε το «Σαν απόκληρος γυρίζω στην κακούργα ξενιτιά».

«Να βρείτε καμιά δουλίτσα εδώ, παιδιά μου», τους συμβούλεψε η μητέρα.

*

Οι επισκέψεις του Δαμιανού στο σπίτι της Αμφιάλης, συνεχίστηκαν σε όλο το διάστημα που ήταν ξέμπαρκοι. Η μητέρα τού φερόταν σαν να ’ταν γιος της, η Χριστίνα τον αντιμετώπιζε τρυφερά και η Ζίνα του ζητούσε να της πει ιστορίες από τα ταξίδια του. Ήταν φανερό πως ο Κοσμάς, εκτιμώντας τον χαρακτήρα του, θεωρούσε τον Δαμιανό ως κατάλληλο γαμπρό για την αδελφή του.

*

Ο Κοσμάς παρκάρισε το Φορντ δύο μέτρα μακριά από την είσοδο της Τράπεζας. Φρουρός δεν υπήρχε, μολονότι η προηγούμενη ληστεία είχε γίνει σχετικά πρόσφατα. Οι υπάλληλοι, όλες γυναίκες, βρίσκονταν στη θέση τους, περιμένοντας τους πελάτες. Η ώρα πήγε οχτώ παρά πέντε κι η Τράπεζα όπου να ’ναι θ’ άνοιγε. Τα μαγαζιά του δρόμου ήταν ακόμα κλειστά, μόνο ο φούρνος είχε ανοίξει, αλλά η κίνηση στο δρόμο μεγάλωνε, καθώς ο κόσμος είτε με αμάξια, είτε με τα πόδια πήγαινε στη δουλειά του. Ικανοποιημένος από τις συνθήκες που θα τους επέτρεπαν να διαφύγουν μέσα σε ελάχιστο χρόνο, ο Κοσμάς έδωσε το σύνθημα της έναρξης της επιχείρησης.

«Τις κάλτσες!»

Ο Δαμιανός έδειξε δισταγμό.

«Τις κάλτσες!» επανέλαβε ο Κοσμάς που δεν ανησύχησε για την αδράνεια του συντρόφου του. Το θεωρούσε φυσικό, ήταν νέος και άπειρος∙ με τον καιρό θα έστρωνε. Για να τον ενθαρρύνει, του έπιασε κουβέντα.

«Λέω να προτείνω στη Ζίνα να παντρευτούμε τον επόμενο μήνα. Ο γάμος θέλω να γίνει στην Αγία Μαρίνα, στου Φιλοπάππου, με φόντο την Ακρόπολη. Μετά θα πάμε όλοι σε κανένα κουτούκι στα Πετράλωνα να το κάψουμε».

Ο Δαμιανός δεν άνοιξε το στόμα του· ο Κοσμάς σκέφτηκε να τον κάνει να ευθυμήσει.

«Η Ζίνα θα χαρεί, άμα της αγοράσω ένα μεγάλο ψυγείο, από αυτά τα δίπορτα με τον καταψύκτη, τ’ αμερικάνικα. Χωράνε ακόμα κι ένα αρνί».

«Αρνί;» ρώτησε ο Δαμιανός, λες κι είχε αλλού το νου του.

«Ναι. Ένα ολόκληρο αρνί!» ξανάπε ο Κοσμάς. Κι αμέσως φώναξε για τρίτη φορά:

«Τις κάλτσες!»

Φόρεσαν τις κάλτσες στο κεφάλι και κοιτάχτηκαν αμίλητοι∙ οι κάμερες στο εσωτερικό της Τράπεζας που θα κατέγραφαν τις κινήσεις τους δεν θ’ αποτύπωναν τα χαρακτηριστικά τους. Πρώτος βγήκε από το αμάξι ο Κοσμάς, αφήνοντας τη μηχανή αναμμένη και το κλειδί στο διακόπτη. Ο Δαμιανός τον ακολούθησε, ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στις πόρτες που τις άφησαν ξεκλείδωτες, ώστε να διαφύγουν μετά την επιχείρηση.

«Θα κάνουμε γερή μπάζα», είπε ο Κοσμάς, καθώς βάδιζαν. «Θ’ αγοράσεις δικό σου αυτοκίνητο κι εγώ θα πάρω τα έπιπλα και τις ηλεκτρικές συσκευές για το σπίτι. Δεν θα χρειαστεί να ξαναπάμε στα καράβια».

Ο Δαμιανός, δεν σχολίασε τη φράση, φαινόταν διστακτικός.

*

Μπουκάρισαν στην Τράπεζα με τα πιστόλια στα χέρια. Ο Κοσμάς δρασκέλισε την εξωτερική πόρτα, όταν πρόσεξε πως λύθηκε το κορδόνι του δεξιού του παπουτσιού. Ωστόσο, δεν έσκυψε να το δέσει, θεωρώντας πως κάτι τέτοιο σήμαινε απώλεια χρόνου. Ο Δαμιανός πίσω του έδειχνε σημάδια εκνευρισμού, απόδειξη ότι του πάτησε το κορδόνι. Ο εκνευρισμός μεταδόθηκε και στον Κοσμά, ο οποίος όρμησε προς την ταμία.

«Ληστεία!» φώναξε.

Ενδόμυχα, έψεξε τον εαυτό του για την αψυχολόγητη συμπεριφορά του. Δεν έπρεπε να κάνει τον άγριο και δεν έπρεπε να ξεχάσει να πει “Καλημέρα”. Το χειρότερο ήταν άλλο: είδε τον Δαμιανό να πλησιάζει τη διευθύντρια απειλητικά και να ουρλιάζει:

«Μην κινηθείς! Στην άναψα! Τα χέρια ψηλά!»

Η επιχείρηση δεν άρχιζε καλά. Παρ’ όλ’ αυτά ο Κοσμάς προσπαθούσε να αυτοκυριαρχηθεί, παρατηρώντας τις πέντε υπαλλήλους. Τις θυμόταν όλες καλά, εκτός από την διευθύντρια, μια ξανθιά με οξυζεναρισμένα μαλλιά. Φαίνεται πως η προηγούμενη είχε θεωρηθεί υπεύθυνη για την ληστεία και αντικαταστάθηκε. Στη μνήμη του είχε αποτυπωθεί ιδιαίτερα το πρόσωπο της κοκκινομάλλας στο ταμείο· τον ακολουθούσε παντού. Μια φορά μάλιστα, πριν από μέρες, είχε στηθεί έξω από την Τράπεζα, την ώρα που σχόλαγε, για να τη δει, απλώς να τη δει. Δεν τον ενδιέφερε όμως ιδιαίτερα, είχε τη Ζίνα, όλα τα όνειρά του συνδέονταν μ’ αυτήν.

«Άνοιξε το χρηματοκιβώτιο!» πρόσταξε την κοκκινομάλλα ταμία, μα εκείνη κινήθηκε, απλώς τον παρατηρούσε ατάραχη.

Τι συνέβαινε; Μήπως τον είχε αναγνωρίσει; Μάλλον είχε θυμηθεί τη φωνή του, γι’ αυτό δεν φαινόταν φοβισμένη. Ίσως και να το διασκέδαζε, μπορεί να ’θελε να αποτυπώσει στη μνήμη της το συμβάν, για να το διηγείται αργότερα στους φίλους της. Όλοι θα κρέμονταν από το στόμα της.

«Κάνε γρήγορα!» φώναξε για να την τρομάξει. «Δεν έχουμε καιρό για χάσιμο!»

Η ταμίας πήρε τα κλειδιά από το συρτάρι και πήγε στο χρηματοκιβώτιο. Μέχρι να το ανοίξει, ο Κοσμάς έσκυψε να δέσει το κορδόνι του∙ στη συνέχεια έβγαλε την πλαστική σακούλα από την τσέπη του και άρχισε να τη γεμίζει με δεσμίδες των είκοσι και των πενήντα ευρώ. Τότε ακούστηκε ο πυροβολισμός. Ο Δαμιανός είχε πυροβολήσει στον αέρα για εκφοβισμό, όταν η διευθύντρια κινήθηκε λιγάκι κι εκείνος νόμισε πως ήθελε να θέσει σε λειτουργία το σύστημα συναγερμού. Για τον Κοσμά, αυτό ήταν κακό σημάδι.

«Να πάρει!» ψιθύρισε.

Σκέφτηκε πως ο πυροβολισμός θ’ ακούστηκε έξω κι ενδεχομένως μερικοί περαστικοί θα έμπαιναν στην Τράπεζα για να δουν τι συμβαίνει. Έριξε βιαστικά τις τελευταίες δεσμίδες στη σακούλα, έλεγξε με το βλέμμα τη στάση των υπαλλήλων, κι ετοιμάστηκε να δώσει στο Δαμιανό το σύνθημα της αναχώρησης.

*

Ξαφνικά, ακούστηκε δεύτερος πυροβολισμός. Αυτή τη φορά είχε πυροβολήσει ο φρουρός της Τράπεζας, ο οποίος πρόβαλε από μια πόρτα στο βάθος. Βρισκόταν στην τουαλέτα, είχε δει τη ληστεία καθυστερημένα, τα έχασε, δεν ήξερε τι να κάνει και θεώρησε χρήσιμο να ρίξει στο ταβάνι. Φορούσε στολή χωρίς πηλίκιο και το πουκάμισό του ήταν έξω από το παντελόνι. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε το Φως των σπορ.

«Ακίνητοι κι οι δύο!» φώναξε.

«Γαμώ το!» ψιθύρισε ο Κοσμάς που δεν είχε υπολογίσει την παρουσία του φρουρού. Την προηγούμενη φορά, η Τράπεζα ήταν αφύλακτη.

Ο φρουρός πυροβόλησε ξανά, αυτή τη φορά εναντίον του Δαμιανού, ο οποίος φοβήθηκε κι έπεσε στο δάπεδο, δίπλα στα πόδια της διευθύντριας, για να προφυλαχθεί. Το δεξί χέρι του φρουρού, αυτό που κρατούσε το όπλο, έτρεμε, το άλλο όμως, εκείνο με την εφημερίδα, ήταν σταθερό. Ο Κοσμάς, όντας μέσα στο οπτικό πεδίο του φρουρού, για ν’ αποφύγει μια τρίτη σφαίρα που θα είχε στόχο το κεφάλι του, άρπαξε τη σακούλα και πήδηξε τον πάγκο, αγκαλιάζοντας την ταμία.

«Μη φοβάσαι!» της είπε στ’ αφτί.

Κρατώντας σταθερά στο χέρι του το πιστόλι, είχε μπροστά του την κοκκινομάλλα σαν ασπίδα και σκόπευε το φρουρό. Ο Δαμιανός με τη σειρά του είχε σηκωθεί, είχε βρεθεί πίσω από την διευθύντρια και σημάδευε κι αυτός το φρουρό.

«Πέταξε το όπλο σου και γύρνα στον τοίχο με τα χέρια ψηλά!» τον πρόσταξε ο Κοσμάς κι όταν το πιστόλι έπεσε στα πόδια του, άφησε την ταμία, έσκυψε, το ’πιασε και το έβαλε στη σακούλα με τα λεφτά.

Η κατάσταση ελεγχόταν, μολονότι αυτό που συνέβαινε δεν είχε προβλεφθεί και άρα δεν είχε συζητηθεί στο διαμέρισμα του Φαλήρου. Ο Δαμιανός περίμενε οδηγίες με το όπλο στο χέρι.

«Γρήγορα, στην τουαλέτα!» φώναξε ο Κοσμάς στο φρουρό, δείχνοντάς του την πόρτα απ’ όπου είχε βγει. Μετά στράφηκε στις υπαλλήλους, οι οποίες, ασάλευτες στις θέσεις τους· φαινόταν να  διασκεδάζουν με το θέαμα που παρακολουθούσαν. «Κι εσείς, στην τουαλέτα, γρήγορα!» τις πρόσταξε. Έπειτα απευθύνθηκε στον Δαμιανό: «Πήγαινε να τους κλειδώσεις. Κι εσύ μέσα», διέταξε τη διευθύντρια.

Ο φρουρός κι οι γυναίκες υπάκουσαν. Ο Κοσμάς ξαναπήδηξε τον πάγκο και βρέθηκε πάλι μπροστά στο ταμείο, απ’ όπου έλεγχε την είσοδο, παρατηρώντας τον Δαμιανό που κλείδωνε την πόρτα της τουαλέτας. Ξαφνικά, πρόσεξε το πορτοφόλι στο δάπεδο, μπροστά από το γραφείο της διευθύντριας. Το γνώρισε αμέσως, ανήκε στον σύντροφό του. Τετράγωνο, καφετί, από δέρμα κροκοδείλου, είχε αγοραστεί με τρία πακέτα Μάρλμπορο στην Μπαρανκίγια της Κολομβίας. Προφανώς, είχε πέσει από την τσέπη του Δαμιανού, τη στιγμή που βούτηξε στο πάτωμα για να προφυλαχθεί από τις σφαίρες του φρουρού. Ο Κοσμάς το σήκωσε, το κοίταξε, κι επειδή ήταν ξεκούμπωτο το άνοιξε μηχανικά και είδε τη φωτογραφία της κοπέλας μέσα στη ζελατίνα. Ήταν η Ρεγγίνα, η Ζίνα του.

Με γρήγορη κίνηση έβγαλε τη φωτογραφία κι έριξε μια ματιά στο πίσω μέρος της· δεν έγραφε τίποτα. Έβαλε το πορτοφόλι στην κωλότσεπή του και τράβηξε για την έξοδο με τη σακούλα στο χέρι. Ο Δαμιανός τον ακολούθησε κρατώντας σταθερά το πιστόλι. Προτού βγουν στο πεζοδρόμιο, διαπίστωσαν πως την είχαν βάψει: άντρες, γυναίκες και παιδιά τους περίμεναν με την απειλή στα βλέμματά τους. Οι άντρες κρατούσαν στα χέρια τους διάφορα ετερόκλητα αντικείμενα: ξύλα από οικοδομές, γαλλικά κλειδιά, πέτρες. Ήταν παγιδευμένοι.

*

Μόλις οι δύο φίλοι βγήκαν στο πεζοδρόμιο, το πλήθος τους υποδέχτηκε με βρισιές.

«Ρεμάλια!» ακούστηκε μια ανδρική φωνή.

«Αλήτες!» ούρλιαξε μια γυναίκα.

«Απάνω τους!» φώναξε ένας χοντρός.

Η καθυστέρηση έδωσε στους γείτονες, στους περαστικούς και στους μαθητές που πήγαιναν στο σχολείο, τη δυνατότητα να εμποδίσουν τη διαφυγή τους. Τους περικύκλωσαν, δεν θα μπορούσαν να φτάσουν στο Φορντ. Ο Κοσμάς ένιωσε στάλες ιδρώτα να αναβλύζουν στο μέτωπό του, κάτι που οφειλόταν στην πίεση της κάλτσας στο πρόσωπό του. Βλαστήμησε τον εαυτό του που δεν μεταμφιέστηκαν με περούκες και γυαλιά, όπως κάνουν οι καθωσπρέπει ληστές. Τη σακούλα την κρατούσε σφιχτά, είχε σκοπό να την προστατεύσει με κάθε τίμημα. Όμως, τα πρόσωπα των συγκεντρωμένων ήταν άγρια. Ακόμα κι αν κατάφερναν να ξεφύγουν από τα χέρια τους, θα τρώγανε το ξύλο της χρονιάς στο κρατητήριο της αστυνομίας. Κι έπειτα θα ερχόταν η δίκη κι η καταδίκη. Αυτός, ο Κοσμάς, θα έτρωγε πολύχρονη ποινή, ως εμπνευστής, οργανωτής και αρχηγός της ληστείας. Ο Δαμιανός, όμως, θα την έβγαζε καθαρή: ως απλός συνεργός θα αντιμετωπιζόταν με επιείκεια. Άλλωστε είχε λευκό ποινικό μητρώο. Ο συνήγορός του θα υποστήριζε πως λόγω του νεαρού της ηλικίας του παρασύρθηκε από έναν άντρα μεγαλύτερό του. Έτσι, θα έτρωγε μια μικρή ποινή, πιθανώς με ανασταλτική ισχύ, οπότε θα έμενε ελεύθερος να ξενυχτάει, να διασκεδάζει και να κοιμάται με τη Ζίνα, ενόσω αυτός, ο Κοσμάς, θα σάπιζε στη φυλακή.

Σκέφτηκε πολύ και έντονα τη Ζίνα. Για χάρη της είχε γίνει ληστής, για χάρη της αγόρασε το διαμέρισμα στο Φάληρο, για χάρη της σκόπευε ν’ αγοράσει το μεγάλο ψυγείο με τον καταψύκτη που χωρούσε ολόκληρο αρνί. Κι αυτή, αχάριστη, όπως όλες οι γυναίκες, είχε κάνει κατάσταση μ’ αυτό το παιδαρέλι, τον μέλλοντα γαμπρό του. Σ’ αυτό το σημείο το μυαλό του κομπλάρισε: μήπως ο Δαμιανός την είχε κλέψει τη φωτογραφία της;

Όταν το πλήθος κινήθηκε εναντίον του, ο Κοσμάς πυροβόλησε στον αέρα.

«Πίσω!» φώναξε.

Μάταιος κόπος· το πλήθος όχι μόνο δεν υπάκουσε, αλλά προχώρησε κι άλλο. Στα γύρω μπαλκόνια είχαν εμφανιστεί άνθρωποι, γέροι, γυναίκες και παιδιά που παρακολουθούσαν τη σκηνή. Όταν του ’ρθε κατακέφαλα ένα αβγό, ο Κοσμάς αγρίεψε και πυροβόλησε ξανά στον αέρα. Ο Δαμιανός που βρισκόταν  ένα μέτρο στ’ αριστερά του, ούτε που σάλεψε, παρόλο που κι αυτός επίσης έφαγε ένα αβγό. Λόγω της κάλτσας δεν φαινόταν καμιά αντίδραση στο πρόσωπό του. Άραγε τα είχε χάσει από την απροσδόκητη τροπή των πραγμάτων, μήπως θεωρούσε άσκοπη την άμυνά τους; Η απάθειά του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως ένα επιπλέον ελαφρυντικό, ο συνήγορός του θα τη χαρακτήριζε ως άψογη στάση. Ο Κοσμάς δεχόταν τη βροχή από αβγά, ντομάτες και  άλλα ζαρζαβατικά με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία.

«Πέταξε το όπλο!» του φώναξε κάποιος με μουστάκι.

Ο Κοσμάς δεν έδωσε σημασία· σκεφτόταν με ποιο τρόπο θα διέφευγε. Αν πετούσε τη σακούλα πάνω στα κεφάλια των συγκεντρωμένων, δεν θα ορμούσαν ν’ αρπάξουν τα χαρτονομίσματα, αδιαφορώντας για την τύχη των ληστών;

Εκείνη τη στιγμή μια γλάστρα με γαριφαλιά έσκασε πάνω στον ώμο του. Ένα κόκκινο γαρίφαλο, ίδιο μ’ αυτό στο τατουάζ του, κύλισε στα πόδια του, ενώ ένιωσε έναν πόνο στο σημείο της πτώσης. Έσφιξε τα δόντια, αφήνοντας μια κραυγή «Ωχ!» Κοίταξε προς το μπαλκόνι του πρώτου ορόφου απ’ όπου ρίχτηκε η γλάστρα και είδε μια γριά χωρίς δόντια που του έβγαλε τη γλώσσα και γελούσε κοροϊδευτικά. Σήκωσε το όπλο αργά και σημάδεψε. Πυροβόλησε με σιγουριά και η σφαίρα βρήκε το Δαμιανό στο κεφάλι, ακριβώς στο δεξί αφτί.

*

Στο λίγο χρόνο που του έμεινε, προτού οι περαστικοί τον πλησιάσουν και τον πιάσουν, ο Κοσμάς είδε σαν κινηματογραφική ταινία τη σκηνή στο ανακριτικό γραφείο.

«Κατηγορείσαι για φόνο. Τι έχεις να πεις;».

«Εξαιτίας της γριάς έγινε το κακό, κύριε ανακριτά. Μου έριξε μια γλάστρα και μ’ εκνεύρισε».

«Και λοιπόν; Έπρεπε να την πυροβολήσεις;»

«Μ’ αιφνιδίασε».

«Πώς γίνεται να αιφνιδιαστεί ένας άνθρωπος σαν κι εσένα, που διαθέτει ψυχραιμία;»

«Δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ».

«Εξαιτίας σου, σκοτώθηκε ο φίλος σου. Δεν μου φαίνεται λογικό αυτό. Πώς η σφαίρα που προοριζόταν για τη γριά χτύπησε αυτόν;»

«Δεν είχα κακή πρόθεση, κύριε ανακριτά. Δεν ήθελα να βλάψω τον αγαπημένο μου φίλο, με τον οποίο έχω φάει ψωμί κι αλάτι. Με κανένα τρόπο. Ήταν άτυχος. Καθώς πυροβολούσα, κινήθηκε και βρέθηκε μπροστά μου».

Ναι, έφταιγε η κακιά ώρα. Είχε ρίξει τη σφαίρα στον αέρα για να τρομάξει τη γριά, όμως εκείνη τη στιγμή ο Δαμιανός που ήθελε ν’ αποφύγει τους αγανακτισμένους πολίτες βρέθηκε στην τροχιά της.

Αυτά θα υποστήριζε ο Κοσμάς ενώπιον του ανακριτή.