Σχηματίστηκε μόνο του

Άρχισε σιγά σιγά το πρόσωπό του να σχηματίζεται. Πρώτα  η μύτη ακάλυπτη στην αιθρία του απογεύματος. Σκιασμένα τα μάτια. Πρώτα το ένα μετά το άλλο. Έπειτα μια γραμμή για στόμα, το λακκάκι που σχηματίζει το πηγούνι. Το μήλο του Αδάμ από κάτω σε απόσταση αναπνοής. Ο λαιμός σχηματισμένος χωρίς να χρειαστεί να τραβήξει μια γραμμή. Αλλά πριν πάει παρακάτω θυμήθηκε. ΄Μάλλον δε χρειάστηκε να θυμηθεί. Το είδε. Σκαρφάλωσε πατώντας στα μάγουλα, ύστερα στα φρύδια. Μαλλιά δεν υπήρχαν. Ούτε είχαν σχηματιστεί από μόνα τους. Αν και δεν είχε καθρέφτη να κοιτάξει κοίταξε τα μάτια στο πρόσωπο εκείνου που σχεδίασε. Πύκνωσε τα μαλλιά. Τα έκανε να πέφτουν ανάλαφρα δεξιά κι αριστερά καλύπτοντας το πάνω μέρος του αυτιού. Η χωρίστρα δεξιά ή αριστερά. Δεν μπορούσε ν' αποφασίσει. Δεν είχε δικαίωμα να παρεκκλίνει στο ελάχιστο. Ένα τσουλούφι του ξέφυγε παρ' όλα αυτά και σκέπασε το δεξί φρύδι. Δεν μπορούσε να το σβήσει. Δεν ήθελε. Του προσέδιδε γοητεία. Κοίταξε κι αυτός με τη σειρά του τα ζωγραφισμένα του μάτια. Εκφραστικά. Δεν είπε τίποτα. Σε ποιον να μιλήσει άλλωστε στο δημιούργημά του; Έκλεισε το τετράδιο. Κούμπωσε το μαρκαδόρο και τον έβαλε στη μολυβοθήκη.