Αρθρογράφος: Κωνσταντίνος Γιαννόπουλος
03/06/2026
Δεν ήταν που είχε τη μικρή του αδελφή εκεί δίπλα του στην αποθήκη, ο ίδιος ήταν. Μόνο που είχαν περάσει κάποια χρόνια μακριά από το χωριό. Το χωριό του, το δάσος και το άλλο δάσος στο βάθος χωρίς κανένα ξέφωτο. σχημάτιζε μικρές πλευρές των αναμνήσεων όπως ένας συγγραφέας σχημάτιζε πολλές μικρές φράσεις τη μία δίπλα στην άλλη. Και οι συνειρμοί βοηθούσαν να βάλει τη μία φράση μέσα στην άλλη. Κι ας μη βγαίνει αμέσως νόημα. Αν μετακινήσεις λίγο τα ρήματα: βρήκα, έδωσα, πήρα από μόνα τους παράγουν ένα νόημα. Από μόνα τους τα ρήματα μιλούν με άνεση ή ασθμαίνοντας όπως ανεβαίνεις ένα λόφο. Ο άλλος συνειρμός. ίσως σε μπερδέψει σκέφτηκε μιλώντας στον εαυτό του. Οι φράσεις του συνήθως είναι διαυγείς. Βοηθά και η αιθρία. Ακόμα κι όταν είναι καλά μανταλωμένα τα παράθυρα. Την αιθρία τη νιώθει ακόμα και από το λιγοστό αέρα που μπαίνει από μια χαραμάδα στο χώρο. Οι φράσεις είναι διαυγείς, οι αναμνήσεις του όχι. Στην αρχή πάντα ρωτούσε τη μητέρα χαμηλόφωνα. Σχεδόν ψιθυριστά σαν να τραβούσε το αυτί του κοντά στο στόμα της. Δεν διέκρινες πάντα τι σόι ερώτηση ήταν. Ήθελε να πάρει την απάντηση που ήθελε. Και συ προσπαθούσες να καταλάβεις πώς αυτή η σχεδόν μυστικοπαθής φωνή της μαμάς ήθελε πράγματι να βγάλει κάτι. Ή απλώς ξεκινούσε μια κουβέντα μέσα στη σιωπή του δωματίου. Σύρθηκε ένα κάθισμα γρατζουνώντας το πάτωμα. Ανατρίχιασες. Όπως ένας σκαντζόχοιρος όταν του επιτίθεται μια ρόδα ποδηλάτου. Η πίκρα της αδελφής ήταν άλλο πράγμα. Πάντα ερωτική. Η αδελφή δε ρωτούσε. Αμόλαγε ένα χείμαρρο φωνηέντων σταματούσε και ξανάρχιζε. Το λεωφορείο έκανε στάση. Και συ άνοιξες τα μάτια. Ένα παιδί πουλούσε τσίχλες. Δεν έλεγε λέξη. Σήκωνε το δεξί του χέρι κρατώντας με τον αντίχειρα, το δείχτη και το μέσο ΄να μάτσο από αυτές. Μικρέ, φώναξε μια κοπέλα. Εδώ! Είχε βγάλει το κεφάλι της από το παράθυρο. Το παιδί κατάλαβε αμέσως ποιος το φώναζε. Δώσε μου δύο ματσάκια είπε εκείνη. Μάλιστα απάντησε το παιδί και της πρότεινε δύο ματσάκια. Του έδωσε τρία κέρματα. Το παιδί τα κοίταξε ένα ένα και τα έκλεισε στη χούφτα του. Εσύ έκλεισες τα μάτια. Τα βλέφαρά σου αποζητούσαν να καλύψουν τα μάτια σου. Σε είχε κουράσει αυτό το ταξίδι. Όμως χαιρόσουν στο βάθος. Ήθελες να ξαναδείς το χωριό και η άδειά σου μόλις είχε αρχίσει.