Σκούριαζε

Ήταν ολοφάνερο. Το μυαλό του είχε σκουριάσει. Γι αυτό δεν έπιανε το κλειδί που είχε στην τσέπη. Το δοκίμαζε. Το ξαναδοκίμαζε. Τώρα που είχε ηρεμήσει του φαινόταν πως δεν ταίριαζε στην κλειδαριά. Είχε αρχίσει να παρουσιάζει συμπτώματα στωικότητας. Το μυαλό σκούριαζε από βδομάδα σε βδομάδα. Σήμερα ήταν η τρίτη. Ποιος ξέρει πόσες σκουριασμένες εβδομάδες θα άντεχε.

Μιλούσε ελάχιστα στους άλλους. Πότε μιλούσε περισσότερο άλλωστε. Δεν τους άφηνε στοιχεία. Κι οι άλλοι δεν μπορούσαν να προσδιορίσουν την κατάστασή του. Κι αυτός ήταν αρκετά περήφανος για να τους κάνει τη χάρη. Άλλωστε ήταν ανέκαθεν κρυψίνους, όπως όλοι οι σκεπτόμενοι άνθρωποι.

Με τον αγκώνα του έσπασε το τζαμάκι του μπάνιου. Ύστερα βάλθηκε να κοιτά γύρω του αφηρημένα. Ανάμεσα στους κορμούς δύο δένδρων, που είχαν την απόσταση που έχουν τα πόδια ενός στραβοκάνη ποδοσφαιριστή, υπήρχε ένας πολύχρωμος στόχος. Μπλε, κίτρινο, μαύρο, λευκό. Σ’ αυτόν τον στόχο έμαθε σημάδι το γιο του.

Κι αυτός συνέχισε να σκουριάζει. Και το κουζινομάχαιρο φιγουράριζε φαρδιά πλατιά στον πάγκο της κουζίνας. Αλλά αυτός δε θυμόταν τη χρήση του.

5/7/2024