Υπνοβάτις

Ο ύπνος είχε βαρύνει τόσο τα βλέφαρά της που νόμιζε πως τα τσίνορά της είχαν γίνει σιδερένια. Φοβόταν πως τόσο βάρος δεν θα μπορούσε να το αντέξει και σαν να μην έφτανε αυτό είχαν αφήσει ελεύθερη την Ύδρα να ξεράσει την ομίχλη της.

Τώρα δεν έβλεπε κανείς τίποτα και κανένα. Έγιναν μερικές συγκρούσεις αμαξιών μεταξύ τους. Ωστόσο η αμαξοστοιχία εισήλθε σφυρίζοντας στο σταθμό. Η αρχαιολογία του σιδηροδρομικού σταθμού πάντα την εντυπωσίαζε. Είχε, θαρρείς, μια εξουσία επάνω της. Όπως το θαλασσινό νερό όταν βούταγε σ’ αυτό το κορμί της. Το μυαλό της σούβλισαν οι αμφιβολίες της. Την έζωσαν τα φίδια της.

 Έσταξε λίγο λάβδανο στο λαγήνι απ’ το οποίο έπινε. Δυο σταγόνες ήταν αρκετές. Έπεσε αμέσως να κοιμηθεί και είδε έναν εφιάλτη στον οποίο πρωταγωνιστούσε η Ύδρα που ξεφυσούσε την ομίχλη της. Η ατμόσφαιρα ήταν πνιγηρή. Δεν μπορούσε ν’ αναπνεύσει. Υπνοβατούσε. Κατά τη διάρκεια της υπνοβασίας συνέχισε να βλέπε τη συνέχεια του εφιάλτη. Έβλεπε τον εαυτό της απέναντί της να πνίγεται. Να μη μπορεί να βγάλει άχνα. Πάγωσε κι έπεσε, στ’ αλήθεια, στη μέση του δωματίου, αλλά δεν ήταν στο δωμάτιο. Ήταν σ’ ένα ψηλοτάβανο βαγόνι τραίνου παροπλισμένο που το ετοίμαζαν για έκθεμα στο μουσείο του σιδηροδρόμου.

Ξύπνησε το ξημέρωμα χωρίς να θυμάται τίποτα. Το μυαλό της ήταν άδειο. Ωστόσο όταν πήγε μπροστά στον καθρέφτη ανακάλυψε πως χαμογελούσε αναίτια.