Χάρης

Το είχε πάρει απόφαση. Από δω και πέρα θα την έβγαζε στο κρεβάτι. Δεν θα σηκωνόταν παρά μόνο για την ανάγκη του. Ίσως και για να πιεί νερό. Ήταν το μόνο υγρό που έβαζε στο στόμα του. Τίποτα άλλο δεν έπινε, ούτε καν λίγο κόκκινο κρασί με το φαγητό. Αλλά έτρωγε πολύ, απίστευτες ποσότητες φαγητού. Μοιραζόταν σχεδόν ό,τι είχε αν και δεν είχε κανέναν για να μοιραστεί κάτι, εκτός από τη μπριζόλα  του. Πώς να μοιράσεις μια μπριζόλα καλοψημένη ή σενιάν. Είχε παχύνει αν και πάντα ήταν σαν παχύς χοντρός ροφός ή μάλλον σαν κάπως πιο λεπτή, αλλά ζουμερή παλαμίδα που κανείς μάλλον δεν θα επιχειρούσε να την κόψει κομμάτια γιατί απλώς δεν τρωγόταν. Κάτω από το δέρμα του που ήταν λευκό με τριχωτές ανταύγειες βρισκόταν μεγάλη ποσότητα αλατισμένου λίπους για να κρατά το ψάρι- δηλαδή τον άντρα συντηρημένο. Ακόμα δεν είχε πεθάνει για να τον βάλουν στην κατάψυξη. Οι πατούσες του είχαν ένα δεύτερο δέρμα από τότε που περπατούσε ξυπόλητος.

Δεν μπορούσες να προσδιορίσεις την ηλικία του. Τα τελευταία είκοσι χρόνια ήταν ίδιος κι απαράλλακτος. Δεν είχε μεγαλώσει εξωτερικά ούτε κατά μία ρυτίδα. Ούτε είχε συρρικνωθεί. Το βάρος του αύξανε.

Όσο για το πνεύμα του δεν ήταν ποτέ περισσότερο ομιχλώδες, περισσότερο νωθρό. Η ομιλία του ήταν μάλλον αδύναμη, τον κούραζε να μιλά και δεν ήταν κάτι που το έκρινε απαραίτητο άλλωστε. Τις ελάχιστες κουβέντες του απεύθυνε στην υπηρέτριά του η οποία του απευθυνόταν στο τρίτο πρόσωπο και ουδέποτε τον ζάλιζε με παραινέσεις του τύπου: «Ας σηκωθεί ο κύριος ακόμα κι αν κάτι τέτοιο δεν τον ενδιαφέρει να κοιτάξει έξω από το παράθυρό του! Θα του κάνει καλό».

Δεν υπήρχε τίποτα να του κάνει καλό ή κακό. Ο έννοιες αυτές ήταν απούσες από τη ζωή του ξαπλωμένου αυτού κυρίου. Όποιος ήθελε το καλό του αν και δεν υπήρχε κανείς που να θέλει κάτι τέτοιο, έπρεπε να εύχεται να συνεχίσει έτσι όπως ήταν. Ξαπλωμένος και απαθής. Αδιάφορος.

Όποιος ήθελε το κακό του, αν και δεν υπήρχε κανείς που να θέλει το κακό του, έπρεπε να τον αγνοήσει.

Οι μέρες στο κρεβάτι περνούσαν ίδιες κι απαράλλαχτες, αλλά σάμπως και των άλλων που σηκώνονται και πάνε στο γραφείο και βλέπουν κόσμο και κάνουν οικογένεια είναι διαφορετικές;

 Εκείνος δεν έμπαινε στον κόπο να σκεφτεί. Η σκέψη ήταν κάτι που θα τον απομάκρυνε από την ηδονή της αδράνειας. Είναι επίπονο και επώδυνο να σκέφτεται κανείς. Ήταν μια απερίσκεπτη διαδικασία γι αυτόν. Τι να την κάνει τη σκέψη; Ύστερα από τόσον καιρό στο κρεβάτι με τα άκρα του απλωμένα στο ιδιαίτερα αναπαυτικό στρώμα του δεν είχε καμία άλλη επιθυμία από αυτή την ανάπαυση που ούτε μέσα στον τάφο δεν θα κατόρθωνε να έχει, αφού εκεί θα τον έτρωγαν τα σκουλήκια.

«Οι σκέψεις  περπατούσαν σαν πουλιά στο πρόσωπό του, φτερούγιζαν μέσα στα μάτια του, καθόντουσαν  στα μισάνοιχτα χείλη του, κρυβόντουσαν στις ζάρες του μετώπου, ύστερα χανόντουσαν εντελώς για να πάρει τότε το πρόσωπό του μια γαλήνια έκφραση ξεγνοιασιάς»[*]. Αυτά όλα κάποτε. Τώρα τα πουλιά είχαν πετάξει. Και το πρόσωπό του ήταν γαλήνιο. Ήταν ευδαίμων. Έπλεε σε πελάγη ευδαιμονίας. Σ’ ένα ωκεανό ευδαιμονίας. Ήταν μακάριος πριν γίνει μακαρίτης.

Κάποτε τον έπληττε αυτή κατάσταση αλλά αισθανόταν – είχε ακόμη αισθήματα - τόση κούραση που τον έκανε να εγκαταλείψει κάθε αίσθημα. Οι αισθηματισμοί δεν ήταν ποτέ του γούστου του. Οι αισθήσεις του ή ορισμένες εξ αυτών είχαν αμβλυνθεί εξαιτίας της αχρησίας στην οποία τις είχε υποβάλει. Μόνο η γεύση και η όσφρηση ήταν ακόμα ζωντανές και ευαίσθητες. Ήταν οι αισθήσεις που του πρόσφεραν την πιο μεγάλη ευχαρίστηση επειδή ήταν ταυτισμένες με το φαγητό. Η ακοή του είχε ατονήσει. Του χρησίμευε μόνο για ν’ ακούει το χτύπημα της υπηρέτριας στην πόρτα. Μπορεί να άκουγε και τους κεραυνούς, τα μπουμπουνητά, το χαλάζι και τη βροχή. Η αφή δεν του χρειαζόταν. Τι να την κάνει. Πάντα έλεγε πως μόνο οι τυφλοί την είχαν ανάγκη. Έπειτα ήταν η αίσθηση που χρειαζόταν ιδιαίτερη εξάσκηση. Ήταν δύσκολο να καταλάβεις τι έπιανες αν δε χρησιμοποιούσες τις άλλες αισθήσεις.

Τα μάτια του δεν τα χρησιμοποιούσε και πολύ αφού δεν είχε εναλλαγή παραστάσεων. Δεξιά του έβλεπε το κομοδίνο. Εκεί βρισκόταν  ένα ποτήρι και ένα μπουκάλι νερό. Ένα πορτατίφ συνήθως σβηστό. Κι ένα βιβλίο που σπάνια το άνοιγε. Και πάνω σ’ αυτό τα πρεσβυωπικά γυαλιά του. Ένα καλαθάκι με τα φάρμακά του ήταν στο αποκάτω ράφι του κομοδίνου. Ρολόι δεν υπήρχε ούτε στο κομοδίνο ούτε πουθενά αλλού. Τι να το κάνει το ρολόι. Ο χρόνος ήταν ίδιος κι απαράλλαχτος πάντα. Ήταν το ίδιο αν ήταν πρωί, βράδυ, νύχτα ή εποχές Άνοιξη, Καλοκαίρι, Χειμώνας. Γι αυτόν μια εποχή υπήρχε; Το Φθινόπωρο.

Απέναντί του μια βαθιά πολυθρόνα. Μια πλαφονιέρα κρεμασμένη από το ταβάνι.Ένα αρκετά μεγάλο παράθυρο. Το σπίτι είχε πολλά δωμάτια. Όλα επιπλωμένα. Δε θυμόταν πόσα. Αυτός χρησιμοποιούσε το μπάνιο και την κουζίνα. Κι αυτά φευγαλέα. Ενώ είχε εγκατασταθεί σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο ευάερο και ευήλιο που συνδύαζε κρεβατοκάμαρα, γραφείο, καθιστικό με το κρεβάτι ως το πιο χρησιμοποιημένο έπιπλο.

Δεν ήταν παρά ένας απλός, άκακος άνθρωπος. Γαλήνιος. Όλβιος. Αυτάρκης. Μόνος.

Τον έλεγαν Χάρη. Έτσι τουλάχιστον τον σκεφτόταν η υπηρέτρια όταν αναφερόταν σ' αυτόν, παρόλο που δεν υπήρχε κανείς στον οποίο τον ανέφερε. Ήταν γύρω στα σαράντα, σαρανταπέντε. Το πρόσωπό του ήταν ωχρό. Θύμιζε το χρώμα των πεσμένων φύλλων των δέντρων το Φθινόπωρο. Ο λαιμός του δεν πρόδιδε την ηλικία του. Ήταν ψηλός λεπτοκαμωμένος και εξηγούσε γιατί η φωνή που έβγαζε ήταν τόσο αδύναμη και καθόλου δε θύμιζε άντρα της ηλικίας του. Τα μάτια ήταν σκιστά, χωμένα στις κόγχες τους. Η μύτη ανοιγόκλειε συνεχώς σαν ασκός. Μύριζε την οσμή που ερχόταν από την κουζίνα αν και κάτι τέτοιο ήταν μάλλον αδύνατο μια και η κουζίνα ήταν μακριά από το δωμάτιό του. Τα μήλα του προσώπου  ήταν πεταχτά. Το στόμα του ήταν μια ευθεία γραμμή, τα χείλη δεν ξεχώριζαν. Στην άκρη τους είχε γλιστρήσει ένα μάλλον μόνιμο χαμόγελο. Από την ίδια θέση ανάβρυσε εκείνη η ρανίδα αίματος που ειδοποιούσε πως είχε φύγει ανεπιστρεπτί. Είχε σβήσει γαλήνια, όπως είχε ζήσει. Κανείς δεν είχε να του καταμαρτυρήσει το παραμικρό. Αν και δεν υπήρχε κανείς για να κάνει τέτοιο.

Τον έθαψαν οι νεκροθάφτες στον κήπο του. Παρίστατο μόνο η υπηρέτρια κι ένας γείτονας που δεν τον είχε δει ποτέ. Ο σταυρός δεν έγραφε όνομα, ούτε ημερομηνία γέννησης, μόνο ημερομηνία θανάτου: 7 Σεπτεμβρίου 2020. Γρήγορα σκέπασαν τον τάφο  φθινοπωρινά φύλλα. Ένα δέντρο που σκίαζε τον τάφο έγειρε προς το μέρος που ήταν θαμμένο το κεφάλι του, Σχεδόν ξάπλωσε πλάι στο θαμμένο σώμα.

 

[*]από το μυθιστόρημα του Ιβάν Γκοντσάρωφ, Ομπλόμωφ, μτφρ. Αντρέας Σαραντόπουλος, Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, 1980