Στο κουρείο

Η κοπέλα που ανέλαβε να με κουρέψει ήταν μελαχρινή, λεπτή και αεικίνητη. Είχε αλογοουρά. Τα μάτια της είχαν το χρώμα του χρυσαφιού και μου φαινόταν πως χαμογελούσαν –σε μένα και σε όλον τον κόσμο. Τα χέρια της κρατούσαν το ψαλίδι και κεντούσαν, το κεφάλι μου είχε γίνει παιγνιδάκι· το έκανε ό,τι ήθελε. Καθόμουν καθηλωμένος στην πολυθρόνα με το καπέλο μου πάνω στο έπιπλο και μια γλυκιά χαύνωση είχε απλωθεί σε όλο μου το σώμα. Παντού μυρωδιές και αρώματα. Καθώς με έλουζε, ο αριστερός της γοφός ακουμπούσε απαλά πάνω στον δικό μου και μια γλυκιά ανατριχίλα είχε κυριεύσει τα μέλη μου. Δεν θυμάμαι πόση ώρα κράτησε αυτή η ευφορία, αυτή ευφροσύνη, μπορεί πέντε, μπορεί δέκα λεπτά. Ο γοφός της μετακινιόταν για λίγο, αλλά επανερχόταν σε μια σφιχτή επαφή με τον δικό μου. Έφυγα από το μαγαζί με λιγότερα μαλλιά, γεμάτος κάψα. Η μαγεία εκείνου του κουρέματος με ακολουθούσε για καιρό. Η αίσθηση της πληρότητας που πλημμύριζε συχνά το σώμα μου (τα σώματα έχουν μνήμη), μ’ έκανε να θέλω να βρεθώ στο κουρείο και ν’ αφεθώ στα μαλακά χέρια της αεικίνητης νεαρής με την αλογοουρά. Με την πρώτη ευκαιρία, κι ενώ τα μαλλιά μου δεν είχαν μεγαλώσει ακόμα, άρα δεν χρειάζονταν κόψιμο, ξαναπήγα στο κουρείο. Θα μπορούσα βέβαια να πάω για ξύρισμα, αλλά το θεώρησα ύποπτο, θα καταλάβαινε πως πήγα μόνο για να τη δω. Αλλά πάλι, σκεφτόμουν, μήπως και το άγγιγμα με το γοφό της δεν είχε στόχο ακριβώς αυτό, δηλαδή να με κάνει να ξαναπάω και ν’ αφήσω εκεί τα ωραία μου λεφτά; Προτού μπω μέσα, στάθηκα στην είσοδο του μαγαζιού και κοίταζα τον κατάλογο με τις τιμές στη βιτρίνα: Λούσιμο, κούρεμα (αντρικό, γυναικείο, παιδικό), βάψιμο, κλπ. Ένας άντρας με γυαλιά με κοίταξε καλά καλά και είπε «Το αντρικό κούρεμα κάνει έξι ευρώ». Δεν ήξερα ποιος είναι, την προηγούμενη φορά στο μαγαζί ήταν μόνο δύο κοπέλες, η μελαχρινή με την αλογοουρά και μια άλλη, μια ξανθιά. Μπήκα και κάθισα στην ίδια πολυθρόνα, ακουμπώντας το καπέλο μου πάνω στο έπιπλο. Στο βάθος του κουρείου μια μελαχρινή κοπέλα χωρίς αλογοουρά συγύριζε, ούτε που ’στρεψε το κεφάλι της να με κοιτάξει. «Να τα κόψουμε κοντά ή να τ’ αφήσουμε;» ρώτησε ο κουρέας. «Κόψε ό,τι πετάει», απάντησα. Εκείνος πήρε το ψαλίδι και άρχισε να κόβει τις τρίχες με δεξιοτεχνία ταχυδακτυλουργού. Τα χέρια του χειριζόταν με μαεστρία, οι τρίχες πέφτανε στο πάτωμα, μα ο γοφός του κουρέα ήταν κάμποσα εκατοστά μακριά από τον δικό μου. Η μαγεία της προηγούμενης φοράς δεν υπήρχε, η απουσία της κοπέλας με την αλογοουρά ήταν αισθητή, αισθητότατη. Ο άντρας με τα γυαλιά μου έπιασε την κουβέντα και κατάλαβε πως δεν ήταν η πρώτη φορά που έμπαινα στο μαγαζί. Δεν τόλμησα όμως να τον ρωτήσω για την κοπέλα. Δεν θα ήταν φρόνιμο. Ξαφνικά, σαν να διάβαζε τη σκέψη μου, είπε περιφρονητικά: «Γυναίκες! Τις είδα στη Μύκονο, χόρευαν γυμνές στο μπαρ. Ξετσίπωτες. Έχεις πάει στη Μύκονο;» Εγώ παρέμενα αμίλητος κι εκείνος άρχισε να μου λέει μια αισθηματική ιστορία με μια τουρίστρια με την οποία έφυγαν από ένα μπαρ και κατέληξαν σε κάτι βραχάκια. Μου είπε πόσο ανάφτρα ήταν, μου περιέγραψε τα χάδια τους, το σμίξιμό τους, τον οργασμό του. Περιέργως, χάρη στα λόγια του, με πλημμύρισε πάλι ευφορία και ευφροσύνη, σχεδόν ίδια με εκείνη της πρώτης φοράς. Επιθυμούσα μεν τον γυναικείο γοφό της κοπέλας με την αλογοουρά, αλλά και οι σκηνές που άκουγα, σκηνές που εκείνος είχε βιώσει ή είχε φανταστεί, με είχαν ξετρελάνει. Τελικά, έφυγα από το μαγαζί με λιγότερα μαλλιά, αλλά πάλι γεμάτος κάψα.