Αμφίθυμη μπαλάντα για το φεγγάρι

Το ποίημα παίζει με το φεγγάρι,το φεγγάρι παίζει κρυφτό στα σύννεφα. Το φεγγάρι ποτέ δεν μας δείχνει το πρόσωπό του, αφού πάντα βλέπουμε εμείς εδώ στη γη μια, την ίδια πλευρά του φεγγαριού. Την άλλη, την αθέατη ποτέ δεν θα τη δούμε. Αυτή μπορεί να την δει ένα παιδί, η ποίηση, δηλαδή η φαντασία, αυτή  η μεγάλη έκλυση ελευθερίας που έχει ο άνθρωπος.

Το φεγγάρι δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό. Δεν έχει ηθική. Αυτή είναι άλλωστε δημιούργημα του ανθρώπου και η ποίηση είναι πέραν της ηθικής.  Το φέγγος του έπαιζε με το γυμνό της στήθος. Στα νερά καθρεφτιζόταν ένα φεγγάρι σαν κομμένο κεφάλι. Ένα ματοβαμμένο φεγγάρι. Η στείρα πολιτεία που φώτιζε εκείνη τη νύχτα το φεγγάρι. Το φεγγάρι έμοιαζε σαν μια φέτα πεπόνι, μισοφαγωμένη. Το φεγγάρι είναι αναίσθητο και δεν τρώγεται το κοιτούν, το υμνούν οι ποιητές αλλά αυτό είναι αναίσθητο. Δεν σκέφτεται, δεν αισθάνεται, δεν νιώθει και δεν δρα. Κινείται ή μένει σταθερό. Δεν ενδιαφέρεται για μας. Δεν μας ακούει. Δεν υπάρχει ζωή στο φεγγάρι.

 Το φεγγάρι πραγματοποιεί μία ταλάντωση. Έχει φάσεις 29,5 ημερών. Το φεγγάρι είναι ουράνιο σώμα. Οι ποιητές άνθρωποι που εμπνέονται από αυτό. Το φεγγάρι είναι άτεγκτο, αδιάφορο, κουφό, ετερόφωτο και οι ποιητές αυτόφωτοι. Αν δεν υπήρχαν οι ποιητές και η ανθρώπινη φαντασία, ποιος θα του έδινε σημασία; Το φεγγάρι υπάρχει αφ' εαυτού από τότε που έγινε το σύμπαν. Εμείς δεν υπήρχαμε από πάντα. Αυτό είναι πιο παλιό από μας και θα υπάρχει και μετά από μας. Όταν εμείς θα έχουμε εκλείψει. Θα καθρεφτίζεται στα νερά, θα παίζει με τις σκιές, θα τις δημιουργεί, θα γίνεται ημισέληνος, πανσέληνος, θα φωτίζει τον οδοιπόρο, θα χάνεται να μην βλέπει κανείς την νύχτα τίποτα και κανέναν. Θα ξαπλώνει με τον Ενδυμίωνα ή τον Πάνα και θ' αποκτά μαζί του πενήντα κόρες. Θα κάνει ζεύγος με τον ήλιο. Θα ταυτίζεται με τον Απόλλωνα και την Άρτεμι. Θα είναι για τον Όμηρο πτερωτή γυναίκα. Θα 'χει το όνομα Σελήνη, Μήνη, Τιτανίς ή Φοίβη. Θα φέρει λευκά ενδύματα και θα επιβαίνει σε άρμα που θα σέρνουν λευκά άλογα. Τα σύμβολά της θα είναι χρυσός, άργυρος, τα κέρατα του ταύρου, ο τροχός. Ο δίσκος θα γίνεται κίτρινο, λευκό, εκτυφλωτικά λευκό, χρυσό, αιμάτινο, ιώδες, αργυρό, για τον Λαπαθιώτη πράσινο:

''Ένα φεγγάρι πράσινο μεγάλο

που λάμπει μεσ' τη νύχτα, τίποτ' άλλο

 

Μια φωνή που γροικιέται μεσ' το σάλο

του βαποριού που φεύγει, τίποτ' άλλο'' 

Δεν θα κάνει το χατήρι του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα να φωτίσει την δολοφονία του απ' τους φαλαγγίτες, στο ρέμα του Βιθνάρ και ας του επιδαψίλευσε εκείνος τόσους στίχους και ας το έντυσε με τόσες όμορφες εσθήτες. Έτσι εξαιτίας της απουσίας του εκείνη τη μοιραία νύχτα της 11ης Αυγούστου 1936 δεν θα μάθουμε ποτέ πού τάφηκε το σώμα του ποιητή. Σε πείσμα του όμως οι στίχοι του γι αυτό επιζούν ως τις μέρες μας. 

''Σταμάτα να συλλογιέσαι του φεγγαριού το αίμα. Και κοιμήσου'',

φαίνεται να είπε στους δικούς του μετά την ομοβροντία που δέχθηκε γιατί το αίμα του έβαψε κόκκινη τη Σελήνη και ας μην ήταν εκεί. Κι έτσι ο ποιητής που χάθηκε όπως ο φίλος του ο Ιγνάθιο ''Στου φεγγαριού την στρογγυλήν αρένα'', είπε: 

''στο φεγγάρι κολυμπούσε ένα ψάρι 

Το νερό κοιμάται μια ώρα

κι η άσπρη θάλασσα κοιμάται εκατό''.

Και είπε ακόμη ο ποιητής εκείνος που λίγο πριν το τέλος του, το οικτρό, θα πρέπει να απογοητέυθηκε από την συμπεριφορά της Σελήνης: 

''Πάνω στα κλαδιά της δάφνης 

είναι δυο σκοτεινά περιστέρια

Το να 'ταν ο ήλιος, 

το άλλο το φεγγάρι

Γειτονόπουλα, τους είπα, 

πού είναι το μνήμα μου;

Στην ουρά μου, ειπ' ο ήλιος

Στο λαιμό μου, ειπ' η Σελήνη

Κι εγώ που περπατούσα

με χώμα ίσαμε τη μέση

είδα δυο αετούς μαρμάρινους

και μια κοπέλα γυμνή. 

Ο ένας ήταν ο άλλος

κι η κοπέλα κανένας

Αετοί τους είπα,

πού είναι το μνήμα μου;

Στην ουρά μου, είπε ο ήλιος

Στο λαιμό μου, ειπ' η Σελήνη. 

Στα κλαδιά της κερασιάς

δυο περιστέρια είδα γυμνά

το ένα ήταν το άλλο 

και τα δυο ήταν κανένα''.

 

Μπορεί κιόλας το φεγγάρι να μην είναι παρά ένας πεπτωκός ήλιος, μια διάπυρη απάτη, μια καλά στημένη φάρσα. Ωστόσο το φεγγάρι μπορεί να είναι άπειρο κι εμείς μηδέν. Το φεγγάρι κι εμείς δυο πράγματα ολότελα διαφορετικά, ολότελα ανόμοια. Αυτό εκεί κι εμείς εδώ, μακριά του, και πάντα με μια αθέατη όψη, σκοτεινή και αδιαπέραστη. 

Ποιος ξέρει τι λόγους είχε ο Ρόμπερτ Γκραίηβς, για να δηλώνει απερίφραστα:

''μισώ το φεγγάρι, αν και φέρνει στους πολλούς χαρά, 

και γελάνε και μιλάνε γι ασημένιες αχτίδες - ξέρετε!

Μα αυτή λέει ότι η όψη του φεγγαριού οδηγεί στην τρέλλα

και αυτό είναι που πάντα με φοβίζει τόσο

 

Ποιο πολύ το μισώ όταν είναι άκαρδο και ολόγιομο και λαμπερό, 

και δεν γίνεται να διακρίνεις τα σημάδια στ' ανόητο πρόσωπό του

εκτός όταν γέρνεις τις βλεφαρίδες σου, και όλη τη νύχτα

ο ουρανός δείχνει πράσινος και τα εγκόσμια ένας απαίσιος τόπος 

 

Αγαπώ τα αστέρια και ιδιαίτερα τη Μεγάλη Άρκτο

και την Πούλια, και ένα που μοιάζει σαν διαμαντένιο δαχτυλίδι. 

Μα μισώ το Φεγγάρι και το τρομακτικό τερατώδες βλέμμα του

και ξέρω πως κάποια μέρα θα μου φέρει το μήνυμα του θανάτου''. 

 

Το φεγγάρι, λέω, πως είναι ένα μάταιο πράγμα που φωτίζει έναν μάταιο κόσμο. Όταν το κάνει  αυτό δεν κρύβεται πίσω από τα θαυμάσια σύννεφα. Κάποτε όμως ελπίζω να εκραγεί και να εκλείψει από προσώπου σύμπαντος μετά την μεγάλη έκρηξη του ήλιου. 

Όμως το φεγγάρι συντροφεύει τις νύχτες των ερωτευμένων, φωτίζει την ένωσή τους. Άλλωστε δεν φωτίζει μόνο αυτούς, αλλά και τους καταραμένους που πάνε να κρεμαστούν, τους κατατρεγμένους που δεν έχουν πού να καταφύγουν, τους δολοφόνους που δεν μπορούν να βρουν σκιά να κρυφτούν, και φυσικά τα λουλούδια, τα δέντρα, τα ζώα, τα έντομα, τα αφώτιστα άψυχα και έμψυχα, ετερόφωτα και αυτόφωτα. Το φεγγάρι ενέχει την νύχτα και ενέχεται στα παραστρατήματα και τα μυστικά της. Το φεγγάρι αποκαλύπτει και κρύβει, φανερώνει και χάνει. Μια μπάλα φωτός είναι το φεγγάρι. Ένα σύμβολο που παίρνει φωτιά, όταν ο ποιητής λέει 

''Και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου'' ή ''φοβήθηκα τ΄ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο'' ή ακόμα όταν γίνεται σπλαχνικό με τη μονολογούσα στη ''Σονάτα του Σεληνόφωτος'' του Γιάννη Ρίτσου:. 

''Είναι καλό το φεγγάρι, - δεν θα φαίνεται 

που άσπρισαν τα μαλλιά μου''.

Κι όταν δε λέει να γεμίσει, ο ίδιος ποιητής, αλλού μονολογεί:

''Ούτε απόψε πανσέληνος

 Ένα κομμάτι λείπει.

Το φιλί σου''

 

Συμφωνώ με τον Σεφέρη που τελειώνει τον 

''Τελευταίο Σταθμό'' με το στίχο:

 

''Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ΄αρέσουν'', αλλά ακόμα και όταν λέει:

''Βγήκε το νέο φεγγάρι στην Αλεξάνδρεια

  κρατώντας το παλιό στην αγκαλιά του'',

  κι ίσως επίσης, όταν λέει

''Το φεγγάρι 

βγήκε απ' το πέλαγο σαν Αφροδίτη

σκέπασε τ' άστρα του Τοξότη, 

τώρα πάει να βρει 

την καρδιά του Σκορπιού, 

κι όλα τα αλλάζει''.

Ώσπου μια αχτίδα ασημιά που εκπορεύεται απ' το στήθος της, τον αριστερό της κρατήρα, μια αχτίδα εκτυφλωτική, εν μέσω της βαθιάς νύχτας, τη φωτίζει άπλετα και νιώθει μαζί με τον Καρούζο σαν; 

''Άνθρωπος (ο) ασυγχώρητος υπό το σεληνόφως

άνθρωπος  ωσεί χόρτος υπό το σεληνόφως''. 

 

Ηχηρό το φεγγάρι, βρόγχος στο λαιμό μου πνιγηρός μέσα στην υγρή, πολλά υποσχόμενη, νύχτα, που κάνει τον Ελύτη να αναφωνεί:

''Άρτεμις, Άρτεμις κράτα μου τον σκύλο της Σελήνης''. 

 

 

-------------------------------------------------------------------

Τις μεταφράσεις των ποιημάτων έκαναν κατά σειρά οι 

Κοσμάς Πολίτης και Σπύρος Μακρής.