Ο Κος Πενθήμερος, Β' μέρος, 77, Τελευταίο κεφάλαιο: το τέλος

Είμαστε, θαρρείς, κατάδικοι. Κατάδικοι της ζωής. Κι αυτή καταδική μας είναι. Έτσι σκεφτόμουν. Και δίπλα μου είχα την αίσθηση πως ένας άλλος – εκτός από μένα εννοείται – ονειρευόταν φωναχτά. Πως τάχα είμαστε κωπηλάτες σε μια μακριά γαλέρα, αλλά δεν πορευόμαστε μπροστά, αλλά πίσω. Πίσω μας πολλά τα μονοπάτια. Ατραποί του έρωτα. Δρόμοι του ονείρου. Σοκάκια σκέψης. Ρυάκια ορμητικά, καμιά φορά μιας περίεργα εδραιωμένης πεποίθησης. Το ΄ξερε δεν το ΄ξερε κι όμως το τέλος, λέει, ήταν πίσω τους. Και το «ουκ εάμαι καθεύδειν» είχε καταργηθεί και η γυναίκα του Κανδαύλη και η Δεισδαιμόνα ήταν μόνο στην φαντασία του Ηρόδοτου και του Σαίξπηρ. Έτσι πέρασε στα πιο απίστευτα όνειρά της, αφού μπορούσε να ονειρευτεί η Μποβαρύ, αν μπορούσε να εμέσει όνειρα η Γκαλά, αν η μούσα ήταν πιστή ως αφοσιωμένη στον μεγαλοφυή της, τότε και ο Εβδόμερος θα επινοούσε ένα σύμπαν δικό του, μεταφυσικό, όχι άπειρο και θα ΄βλεπε εκεί τους κυματισμούς και τους αναθεματισμούς και τους ανασκολοπισμούς...

«Είναι περίεργο, επαναλάμβανε στον εαυτό του ο Εβδόμερος, εμένα, η ιδέα πως κάτι διέφυγε την αντίληψή μου θα ΄μαι εμπόδιζε να κοιμηθώ, ενώ οι άνθρωποι γενικά μπορούν να δουν, να ακούσουν ή να διαβάσουν πράγματα γι΄αυτούς τελείως σκοτεινά χωρίς να ταραχθούν». Ο Εβδομέρος θυμόταν αυτά τα δείπνα, καθόλου, μα καθόλου θυέστια, θυμόταν όμως ολοκάθαρα τα παπούτσια που δεν έτριζαν στο παιδικό όνειρο γιατί αυτός αγόραζε παπούτσια από ακριβό δέρμα, ενώ τα όργανα με τα οποία έπαιζε ήταν αρίστης ποιότητας και τα τριαντάφυλλα σε ‘κείνο το ξανακολημένο βάζο κολυμπούσαν σε μονόχρωμη θάλασσα, ακούραστη, άμεμπτη, αλλά βαρετή. Χωρίς την πρωτοτυπία ενός νησιού με σμαράγδια ή ενός διαμαντιού τόσο μεγάλου όσο το ξενοδοχείο «Ριτζ».

Τι θέλω να πω; ''Στη μέση αυτής της αίθουσας που γύρω της, αυστηρές σαν άτεγκτοι αρεοπαγίτες, ήταν θρονιασμένες πενηντάρες πουτάνες, με μπράτσα Ηρακλή σταυρωμένα πάνω στα υπερτροφικά βυζιά τους με στάση παλαιστών μπροστά στο φωτογράφο. Και τα εχθρικά τους βλέμματα συγκλίναν απάνω του σαν μονάδες στολίσκου στο οχυρό της εχθρικής ακτής.''

Και ύστερα ποιος ξέρει τι είναι και δεν είναι και πριν το μηδέν γραφεί στον πίνακα του κόσμου:

«ξαναβρήκε: λυκόφως, κήποι στη βραδινή ομίχλη, στρατώνας πυροβολικού, σεισμός, οργή του Εγκέλαδου, καθώς γράφουν οι εφημερίδες, όλη η γειτονιά πέρασε τη νύχτα έξω, πέταξαν στρώματα απ’ τα παράθυρα και μετά τα ‘στρωσαν στην κεντρική πλατεία τακτικά γύρω από το άγαλμα του πολιτικού με την ρεντιγκότα που κρατάει στο χέρι του ένα πέτρινο ειλητάριο, όπου ο γλύπτης του μνημείου είχε χαράξει το όνομά του και την ημερομηνία εκτελέσεως του έργου του. Άλλοι 'λέγαν πως περίμενε κάποιον κομήτη και μαζί του το τέλος του κόσμου καθώς το προέβλεπαν τα αστρολογικά βιβλία».

Νεκροπόλεις κάτασπρες στο σεληνόφως, ‘’άφησε με να ΄ρθω μαζί σου...’’ και ύστερα αυτές οι υπέροχες ασέληνες νύχτες που καθόμουν εκεί υπό το βλέμμα της μητέρας που μου είχε μαγειρέψει χοιρινό με σέλινο. «Ερημικές ακροθαλασσιές μιας θάλασσας που κάθε κύμα της κυλούσε τριαντάφυλλα πάνω στα τριαντάφυλλα δίχως τέλος». Και έπειτα τον άκουσα να λέει σχεδόν φωναχτά: Είναι θεομπαίχτης, νομίζεις πως παίζει τους ανθρώπους σαν σε κουκλοθέατρο.

Και όχι, δεν είναι όλα θέατρο, ή δρόμος ή ένα άθυρμα στα χέρια του Εγκέλαδου και ο κουκλοπαίκτης αγρίεψε και έκοψε κομματάκια μερικές από τις κούκλες του – τις πιο όμορφες από αυτές.

Κι όπως πάντα άνθρωποι γεννιούνται και πεθαίνουν και Εβδόμεροι  και Τηλέμαχοι πεθαίνουν και με μια κανάτα κρασί, ουίσκι ή τζιν ανασταίνονται και ξαναζούν και οι άνθρωποι τα βλέπουν όλα αυτά και συνεχίζουν ήσυχα τη ζωή τους... ενώ Εβδόμεροι και Τηλέμαχοι συγκλονισμένοι... και εκείνος,

«ήταν αποφασισμένος περισσότερο από κάθε άλλη φορά να εγκαταλείψει αυτή τη χώρα που, πίσω από μιαν απατηλήν εμφάνιση γαλήνης και ευφορίας, έκρυβε φόβους και παράξενες παγίδες. Όσο ο ήλιος έλαμπε όλα πήγαιναν καλά, αλλά σαν έπεφτε η νύχτα έβλεπε κανείς την άλλη όψη του νομίσματος – πάντως οι κάτοικοι δεν ήταν απολίτιστοι και είχαν και γούστα αρκετά εκλεπτυσμένα (...)

Σούπα Κρεσί

Αγκινάρες

Μπουτάκι αρνίσιο

Πουρές

Χαλβάς σιμιγδάλεως

Κομπόστα δαμάσκηνο».

Ένας ζωγράφος αργοπέθαινε. Όταν γύρισαν να τον θυμηθούν και να τον κλάψουν γύρω απ’ το τραπέζι, το σπίτι του είχε και αυτό πεθάνει και ο μόνος που το είχε δει στο όνειρό του ήταν ο Κούμπιν. Εκείνος που τρΙγύριζε σε γυάλινα δωμάτια φορώντας μακριά φορέματα και επιγονατίδες και μουρμούριζε όλη μέρα και ζωγράφιζε έργα με εκπληκτική ταχύτητα που ανήκαν όμως στην «Άλλη Πλευρά».

«Ήλπιζαν ως την τελευταία στιγμή μιαν υπερφυσική επέμβαση κάτι που θα εμπόδιζε το γεγονός αυτό να συμβεί: ένας σεισμός, μια επανάσταση, η διέλευση ενός κομήτη, ένα παλλοιριακό κύμα, αλλά όπως αυτό συμβαίνει πάντα σ’ αυτές τις περιπτώσεις, τίποτα δεν συνέβη, τα πάντα συνέβησαν μέσα στην πιο τέλεια τάξη και γαλήνη. Ο Εβδόμερος ανεμείχθη στο πλήθος που γέμιζε τα καφενεία, ήλπιζε ακόμα στο απροσδόκητο γεγονός, ρωτούσε τους ανθρώπους, διάβαζε τις εφημερίδες, έτεινε ευήκοον ους στους λόγους των γειτονικών τραπεζιών’’. Τίποτα. Καμιά καταιγίδα στον ορίζοντα. Απόλυτη γαλήνη παντού. Στη γη και στον ουρανό. Τότε έπρεπε να λυγίσει μπροστά στο αναπόφευκτο. Το βράδυ περιτριγυρισμένος απ’ τους φίλους του , παρευρέθη στο θέαμα και κατάλαβε τα πάντα».

Αυτός, λοιπόν αυτός ο Εβδομέρος, ο ήρως του Ντε Κίρικο, του πιο αινιγματικού ζωγράφου όλων των πλατειών, ο Εβδόμερος ήταν που μου έδωσε το πρώτο σκίρτημα για μια ιστορία μαύρου χιούμορ σε συνέχειες. Αν ήταν μέρες της εβδομάδας, μιας εβδομαδιαίας δημιουργίας δηλαδή, επταήμερης, εγώ ήθελα πέντε από αυτές. Οπότε αντί Εβδόμερος, Πενθήμερος. Με αυτό το παιχνίδι το αριθμητικό γεννήθηκε μια αρκετά μακριά αφήγηση, όπως ο Κος Πενθήμερος που απολύθηκε και άρχισε να διαβάζει αφοδεύων για τον σουρεαλισμό και τον εικοστό αιώνα και συνειδητοποιήθηκε και ξαναπέκτησε το όνομά του, το πραγματικό. Τηλέμαχος, ήρωας Ομηρικός και τζοϋσικός. Εκείνο το νεογνό, δηλαδή, που τάφηκε ψεύτικα για να κρυφτεί απ’ τον πατέρα του ώσπου αυτός να φύγει για την εκστρατεία της Τροίας. Γιατί αν ο στερνός τους γιος ήταν ζωντανός καμιά όρεξη δεν θα είχε να πάει στην Τροία και να τριγυρνάει με τις Κίρκες και τους Κύκλωπες. Στην ψευδή ταφή αυτού του νεογνού οφείλουμε την έναρξη της ζωής. Την νίκη επί των Τρώων αλλά και τις περιπλανήσεις του πατέρα μου, του Οδυσσέα.

Ο Τηλέμαχος, πρώην Πενθήμερος επιβεβαίωσε 77 φορές τον εαυτό του, ακριβώς όπως ο Θεός συγχώρεσε 77 φορές τους ασυγχώρητους, τους καθ' έξιν αμαρτωλούς, τους επιλήσμονες. Σε αυτούς απευθύνεται η αφήγησις μου αυτή.

Αλλά κάπου εδώ ο αγέννητος αυτός ήρως που γεννήθηκε ενήλικας, οφείλει να σημάνει το τέλος της αφήγησης και ό,τι ιστόρησε να μη χαθεί, να στροβιλιστεί και να εκταθεί ως τα ακρότατα όρια του νου.

Και η χαρά και η ευφορία χαρούμενες δρυάδες να χορέψουν μαζί του ένα βαλς.

Ύστερα θα ανέβω σ’ εκείνη την στροβιλιστική σκάλα και θα σας κοιτώ από ψηλά.

Σας χαιρετώ!        

--------------------------------------------------------

Σημείωση: Στο κείμενο αυτό χρησιμοποιήθηκαν αποσπάσματα από το «Εβδόμερος» του Τζόρτζιο ντε Κίρικο σε μετάφραση Στέφανου Ν. Κουμανούδη, Εκδόσεις Ύψιλον 1982.