ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΩ:

Tο ένστικτο του θανάτου. Την ενόρμηση του θανάτου. Η ανάγκη, η επιθυμία να τελειώνεις με αυτό το μικρόβιο της ζωής. Το ψέμα της και την αλήθεια της. Τα βάσανα και τις δεσμεύσεις της. Την ηθική και τις αξίες της. Τους άλλους. Τις σχέσεις και τις αμφιβολίες της, τα καταφύγια της, τα λαγούμια της, το σΧοινί και το παλούκι, την αδικία και την επιδίωξη της δικαιοσύνης, το συρφετό και την ανοησία του, τη βλακεία, τη βλακεία, τη βλακεία. Τον έρωτα. Τον έρωτα. Τον έρωτα. Την ηλιθιότητά της. Την πορνεία της. Την διαπόμπευση. Τις μανίες, μικρές και μεγάλες, τις απωθήσεις, τ’ απωθημένα, τους ψυχολογισμούς, τα τραύματα, την παιδική ηλικία, τον παράδεισό της, την ύπαρξη, το μέσο για να γλυτώσεις απ’ τα βάσανά σου, τον καπνό και τα ποτά, τις αγρύπνιες, τους Φίννεγκαν. Τα ηλιοβασιλέμματα, τα ζευγαράκια στο πάρκο, τις υποσχέσεις αιώνιας αφοσίωσης, τους συνδέσμους, τις προθέσεις, τα άρθρα, την αρθρογραφία, την πολιτική, την πορνεία, τις λαικές ελευθερίες, την καταισχύνη, την αξιοπρέπεια, τα «μη με εγκαταλείπεις», τα «θα πεθάνω», τα «δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα», τα «δεν μπορώ άλλο», τα «ακολουθώ το σκοτεινό μοναοπάτι», τα πάω «κόντρα στο ρεύμα», τα «σ’ αγαπώ αγάπη μου», την καλλιέπεια, τις ρητορείες, τις ευκολίες, τη βολή, τους συναισθηματισμούς, την πόζα, το πνεύμα, τη σαγήνη, το σώμα, την «ομορφιά που είναι πικρή όταν την πήρα στα γόνατά μου», τα «αντίο», τα «φεύγω και δεν θα ξαναγυρίσω», τα «στον αγύριστο λοιπόν!», το πένθος, την ύπαρξη, την ύπαρξη, την ύπαρξη, τα χαμόγελα, την σκοτεινιά, το μίσος, το πάθος, την ανάγνωση, την φιλοσοφία, την ευαισθησία, τη γαλήνη, την ησυχία, τους καυγάδες, τις φωνές, το παιχνίδι των ρόλων, τα παιδιά και τα καλά τους, τον ''Αιμίλιο ή περί παιδαγωγικής'' του Ρουσώ, αφού εγκατέλειψε τα πέντε του παιδιά στους πέντε δρόμους. Τα «τίποτα», τους ανόητα ωραιοπαθείς ποιητές που γράψανε στίχους του τύπου: «πριν απ’ τον έρωτα ήσουν φως και όταν σε πήρε το φιλί γυναίκα», τα «άσπρα, κόκκινα, κίτρινα, μπλε καραβάκια στο Αιγαίο δε με παίρνετε καλέ», το Αιγαίο και την σπέκουλα, τους τουριστικούς οδηγούς, τους αλλοδαπούς εκ Βορρά που περιμένουν να ανάψει πράσινο για  να περάσουν ενώ δε βλέπουν αυτοκίνητο στο βάθος του ορίζοντα ούτε με κΙάλι. Οσους σε προσπερνούν σπρώχνοντάς σε, σαν ν’ αξίζουν αυτοί περισσότερο από σένα. Οσους κοιτούν αφ’ υψηλού, όσους έχουν σύμπλεγμα κατωτερότητας, τους αναίτια πολυάσχολους, πολυπράγνωμες, τελειομανείς, τους ολοκληρωμένους, τους ανεπαρκείς, τους αυτάρκεις, όσους δεν έχουν κανέναν ανάγκη, όσους δε ζητούν ποτέ τίποτα.

       Το: «Ich bin der lezte» (είμαι ο τελευταίος) του Πρίμο Λέβι, έγκλειστου στο Άουσβιτς, και επιζώντος που αυτοκτόνησε στα 73 του, αφού κοινοποίησε την εμπειρία του εγκλεισμού του. («Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος»).

       Τον κυνισμό. Την Κομμούνα, την Κομμούνα, το 1789 ή το 1989, το ’48 του 19ου και του 20ου αιώνα. Τις νύχτες και τις αυγές, τον Αρτώ, τον Καμύ, τον Σάρτρ, τον διάολο και το λιβάνι, τους καταλόγους, τον Ουμπέρτο Εκο, τα τσιγάρα, τους καπνούς, τους άκαπνους, τους πότες, τους ξενέρωτους, όσους δεν δοκιμάζουν να ζήσουν, τους παθιασμένους, τους απαθείς, τα ''πρόσωπα και τα κείμενα'', τα πράγματα που μας σημάδεψαν, τα λαγούμια, τα τρωκτικά, το καταφύγιο της ύπαρξης, την υγρασία, τον ήλιο, τον ανελέητο ήλιο, που κάποτε θα τελειώσει τον κόσμο, τις μυγοσκοτώστρες, τα μυγοχέσματα, το «πατήρ πάντων πόλεμος», τον οδοιπόρο, τον ασθενή, την ελπίδα, την πίστη, τη σοφία, τις Καλές Τέχνες, το μεταμοντέρνο, την ενόραση, τη μεταφυσική, το «home sweet home». Και άλλα εντός και εκτός, τα δίπολα, τα κέρατά μου τα δίφορα.

       Τη χρονιά που πέθανε ο πατέρας, τα 12 χρόνια μου, το σπαραγμό μου, τις θείες, τα ονόματα, τους τόπους, τους χρόνους, τις χρονιές, τα «χρόνια πολλά», τις ευχές, τις αποσκευές μου, τον χλευασμό, το πλήθος, το ξόδι της μάνας μου, το θρήνο για τον Ιγνάθιο, τον ταυρομάχο του Λόρκα, το έπος του θανάτου, αυτόν που καταπάτησε τον θάνατο, τη διαθήκη, τον αργόσχολο συμβολαιογράφο, την καταπάτηση της ιδιοκτησίας, την ιδιοκτησία, τα πνευματικά δικαιώματα, τους πυλώνες της κοινωνίας, τις αρχές, την εκδίκηση, τη ζήλεια, την έρευνα, την αέναη κίνηση των άστρων, τους γαλαξίες, τις μαύρες τρύπες, την θεωρία των κβάντα, τις συνταγές μαγειρικής, την Καμπαλά και τον Τσβί, τους ανθρώπους που τα ξέρουν όλα, τις φυτείες καφέ, τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και την 100χρονη μοναξιά του, το στρατό, τα ονόματα, τα ξένα και το δικό μου, τα μωρά, την αποστροφή, τη δυστυχία, τη δικαιοσύνη που ποτέ δεν θα απολαύσουμε, τον Θεό, την πειθαρχία, το Σάμπατο, το Σάββατο, την Κυριακή, την ύπαρξή μου, το σώμα μου σταυρωμένο με νόμο, τους νόμους, τις Νομαρχίες, τους Νομάρχες, τον Κ., τον Ιωσήφ Κ., τον Ιωσήφ Στάλιν, τον Ιωσήφ και την Μαρία.

 

                    Ο καταστροφέας συντάκτης του κειμένου δεν παραδέχεται και δεν υποστηρίζει την ύπαρξη των πνευματικών δικαιωμάτων.                                        Επομένως δεν υπογράφει το κείμενο. Το πνεύμα είναι ελεύθερο, επειδή η φαντασία εκδικείται κανείς δεν είναι αθώος.

                            Οι λέξεις: Ελευθερία, φαντασία, έρωτας, αγάπη έμειναν έξω απ’ το στρόβιλο καταστροφής.