O Κος Πενθήμερος, Β’ μέρος, 73. Ο  Κος Διογένης Αγνώστου και ο Ντουνιάς

Όλα έπρεπε να γίνουν όπως έγιναν, κι ας ολοφύρεται ο ποιητής. Αν και ορθά φρονεί, οι ελπίδες θα μαδήσουν βαρκούλες θα του φύγουνε τα χρόνια, θα φύγουνε, θα σβήσουν.

       Η ελπίδα δε ξέρω πότε πεθαίνει. Πάντως όχι τελευταία. Τα χρόνια φεύγουν και σβήνουν. Δεν έχει άδικο ο ποιητής. Αλλά ότι έγινε δεν ξεγίνεται.

  Η ζωή σου μια μέρα. Στο Δουβλίνο του 1922. Αγκαζέ με τον Λέοπολντ Μπλουμ γυρίζανε τα μπαρ, ώσπου να βρουν που είχαν κάτσει το προπροηγούμενο βράδυ. Η ζωή του μια μέρα. Bloomsday τώρα πια. Η ζωή του μια μέρα. Ολόκληρο βιβλίο γραμμένο για μια μέρα.

Το ’22 ήρθε απ’ τη Σμύρνη.  Κατέβηκε σε λιμάνι. Που θα πάει τώρα; Και εκείνος ανέβηκε στο πλοίο αλλά δεν έφτασε ποτέ στον Πειραιά. Σ’ άλλο λιμάνι αποβιβάστηκε. Ποτέ δεν έμαθε τι απέγιναν οι δικοί του. Ήταν στην θάλασσα ημιθανής. Τον περισυνέλεξαν οι πατριώτες του. Άνοιξαν με δυσκολία ένα μικρό χώρο και τον ξάπλωσαν μπρούμυτα. Ύστερα ανάσκελα. Έπειτα στο πλάι. Ήταν η τελευταία φορά που έπινε νερό θαλασσινό. Η τελευταία που ξέρναγε αλάτι. Έζησε. Έζησε στη στεριά έκτοτε. Θυμίζει «κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζει»

       Είχε χαθεί στο βυθό το όνομά του, η παλιά του ζωή, οι δικοί του. Δεν είχε τίποτα. Μόνο κάτι συμπατριώτες που αποβιβάστηκαν στην αρχή στην Μυτιλήνη και ύστερα ταξίδεψαν στο Παρίσι. Μετέλαβε πάντων των αχράντων θαλασσινών μυστηρίων. «Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό», σκέφτηκε όμως πως καθόλου δε το ήθελε πια το αλάτι της ζωής. Της γης το άλας, του θύμιζε, αμυδρά είναι η αλήθεια, τον προσωρινό πνιγμό. Μετά απ’ αυτήν την περιπέτεια, δεν είχε όνομα, ηλικία, μνήμη, παρελθόν. Ήταν ένας άδειος άνθρωπος, χωρίς αποσκευές. Δεν είχε ιστορία. Οι πέντε αισθήσεις του ήταν άδειες. Δεν εισχωρούσε τίποτα μέσα τους. Ωστόσο έβλεπε γύρω του μισοκλείνοντας τα μάτια. Δεν είχε καταναλωτικές επιθυμίες. Αλλά έπρεπε να φάει. Όταν τον βρήκε αυτός που έγινε προστάτης και μέντοράς του είχε περάσει μέρες πολλές στηριζόμενος στην καλοσύνη των άλλων. Δεν ζητιάνεψε αφού αγνοούσε την αξία των χρημάτων. Του αρκούσε ένα πιάτο φαΐ τρεις φορές την ημέρα στην «Ένωση των απανταχού Σμυρνιών».

       Πολύ νωρίς ανακάλυψε κι αυτός και οι άλλοι πως δεν ήταν ένας Κάσπαρ Χάουζερ. Μιλούσε θαυμάσια ελληνικά και σπουδαία γαλλικά. Γνώριζε από λογοτεχνία και από τέχνη. Νοσηλεύτηκε σε μία νευρολογική κλινική για ένα κάποιο διάστημα. Ένα ποσοστό μνήμης επανήλθε. Η Ένωση των συμπατριωτών του φρόντιζε να τον φέρει σε επαφή με τις εστίες προσφύγων, ανά την Ευρώπη στην αρχή και έπειτα στην Αμερική. Εκεί ανακάλυψαν έναν πιθανό συγγενή του που έψαχνε τον χαμένο του αδερφό. Ο Ερυθρός Σταυρός βοηθούσε αποφασιστικά στην εύρεση προσώπων που είχαν χαθεί λόγω της Καταστροφής. Τελικά αυτός που έψαχνε ο εξ’ Αμερικής Σμυρνιός δεν ήταν ο Διογένης.

       Οι γνώσεις του βοήθησαν να βρει μια ταυτότητα. Πήρε κάρτα παραμονής. Πέντε χρόνια αργότερα υπηκοότητα. Δούλεψε σε εκδοτικό οργανισμό. Έκανε επιμέλειες, μεταφράσεις και έγραψε τα δικά του έργα. Ο προστάτης του, ένας πλούσιος έμπορος φρόντισε να τον οδηγήσει εκεί που του άξιζε. Χωρίς αυτόν ίσως να χανόταν. Άλλωστε ο κόσμος είναι ένα αφιλόξενο μέρος. Ιδίως γι ανθρώπους σαν αυτόν. Ο κόσμος δεν είναι ούτε μικρός ούτε μεγάλος, είναι απέραντος. Ψεύτης Ντουνιάς. Άδικος. Στο μεταξύ ο θεός αν δεν έχει πεθάνει, απουσιάζει. Τα πλάσματά του είναι ριγμένα στις ρωγμές και τα βάραθρά του Κόσμου. Ο κυριότερος εχθρός του είναι ο Χρόνος. Η μόνη μας παρηγοριά είναι πως αυτός δεν είναι φίλος κανενός. Μας κατατρέχει, μας εξουσιάζει. Ο Διογένης δεν τον φοβόταν πια, τον είχε ξεπεράσει. Διανύει αισίως το 99ο έτος της ηλικίας του. Όχι μόνο δεν φοβόταν πλέον τον χρόνο, αλλά τον προκαλούσε σε αγώνα στα μαρμαρένια αλώνια. Αναμετρήθηκε με τη ζωή, τα πράγματα, με τους ανθρώπους, με την Ιστορία. Έκανε ισχυρές και κάποτε ηχηρές φιλίες. Γλέντησε. Σαγήνεψε. Ήπιε και γέλασε. Έγραψε και ευχαριστήθηκε. Ταξίδεψε και ξαναταξίδεψε. Πλούτισε και φτώχυνε. Διήγε ηδονικό βίο. Χάρηκε την πολιτεία, αλλά και τη μοναξιά. «Τώρα δεν έχει τίποτα να διώξει ή να κρατήσει».

          Παρέδωσε σε μένα την σκυτάλη της αφήγησης της ιστορίας του Κου Πενθήμερου του «κύκνειου άσματός» του και κληροδότησε το αρχείο του στον Κώστα Ξ. Γιαννόπουλο. Τώρα αυτός απολαμβάνει τα τελευταία χρόνια του σ’ αυτόν τον ντουνιά. Μένει με τα τρία του σκυλιά στο Γουάτερμαλ – Μπουαφόρ, στην γειτονιά του Πώλ Ντελβώ, στη Rue de la Sapiniere.  Με τον οποίο είχε γνωριστεί και έκαναν παρέα. Παρέα έκανε και με τον άλλο Βέλγο ζωγράφο Ρενέ Μαγκρίτ, μετά το θάνατο του οποίου έγινε διευθυντής του ιδρύματος του. Το τελευταίο του χόμπι είναι να καλλιεργεί, σε μια γωνιά του κήπου του, λαχανάκια Βρυξελλών. Χωρίς τον Διογένη Αγνώστου ο κύριος Πενθήμερος δεν θα υπήρχε. Ούτε ο Τηλέμαχος ούτε η Ελεονόρα ούτε η Δάφνη ούτε ο έρωτας του Τηλέμαχου για την Δάφνη. Αυτός τους ανέστησε. Το μόνο πράγμα που οφείλεται σε μένα είναι η απαγόρευση του έρωτα και η  δυστοπία που ακολούθησε την απαγόρευση, αλλά και γι’ αυτήν την πρωτοβουλία τον συμβουλεύτηκα και μου έδωσε την άδεια του.