Ο Κος Πενθήμερος, Β' μέρος, 71. Καταζητούμενοι εραστές

Όταν έβλεπα κάποια που σου έμοιαζε έπιανε βροχή. Και δεν είχα ομπρέλα.Ήσουν παντού και εγώ βρεχόμουν. Αλλά δεν ήσουν εσύ Ελεονόρα. Δεν κατηφόριζες τον λόφο με τα λιόδενδρα. Η αλήθεια είναι πως δεν σε περίμενα πια, αλλά σε σκεφτόμουν διαρκώς. Και η επιθυμία μου με έκανε να σε βλέπω σε όλες εκείνες που σου μοιάζανε. Στο ύψος, στο βάδισμα στη θέση που έπαιρναν τα χέρια σου όταν περπατούσες, στα φουλάρια που δεν άφηναν ποτέ ατύλιχτο το λαιμό σου, στην αύρα που άφηνες πίσω σου, στο ασύλληπτο χρώμα των ματιών σου, που φώτιζε το δωμάτιο. Τα μάτια σου ήταν το καντήλι που καταύγαζε με φως τον έρωτα μας. Το σχήμα της μύτης σου μου θύμιζε την γωνία της αίθουσας που σε πρωτοσυνάντησα. Τα μάγουλά σου είχαν ένα χρώμα ροδακινί. Προεξείχαν σαν να ήταν φερμένα με ένα αέρα που κατηφόρισε από την Σερβία.

Δεν πιστεύω πως θα σε ξαναδώ.

Έμαθα πως έκλεισαν την γκαλερί. Πως σε υποχρέωσαν να δωρίσεις στο κράτος την συλλογή σου με τα ερωτευμένα ζευγάρια. Έμαθα πως σε υποχρέωσαν να φύγεις, να εξαφανιστείς. Δεν θέλω να πιστέψω πως δεν θα σε ξαναδώ όπου να΄ναι στο απέναντι πεζοδρόμιο. Στο ποίημα εκείνου:  ''όπου πατούσες πέφταν πράσινα φύλλα''. Σε αυτό εδώ, βρέχει όταν νομίζω πως σε βλέπω. Στο ποίημα εκείνου η γη είναι κόκκινη. Εδώ είναι σκοτεινή.

Στο ποίημα εκείνου:

«κάποιος πέθανε –

κάποιος προσπάθησε, 

μα δεν έμαθε », γιατί

«μια μέρα γεννιέσαι

μια μέρα πεθαίνεις»*

Σε τούτο εδώ θα ζήσουμε μέχρι να ξεχάσουμε τον έρωτά μας. Αλλά πώς μπορεί να συμβεί σε μας κάτι τέτοιο; Έπειτα η Δάφνη δεν θα μ’ άφηνε ποτέ να σε ξεχάσω. Δεν την βλέπω παρά κρυφά, σε κάτι σκιερά δάση από μπετόν. Όλα τα καινούργια κτίρια πρέπει να είναι διαφανή. Κανένα ζευγάρι πια δεν μπορεί να κρυφτεί. Δεν μπορεί να ζήσει τον έρωτά του.

Καμιά φορά ο αγώνας εναντίον αυτής της καταπιεστικής κατάστασης μου φαίνεται μάταιος.

Χτες μου έπεσε μια λέξη από το τραπέζι που έγραφα. Φαίνεται πως έτρεμαν τα χέρια μου. Είναι εκείνη η λέξη με το υγρό εκείνο σύμφωνο με την ουρά προς τα κάτω. Πρώτα τα ουσιαστικά, την ουσία, ύστερα τις αντωνυμίες, τα πρώτα μας τα πήραν. Μας έμειναν αυτές. Τώρα σκέφτονται να μας τις πάρουν και αυτές. Στο τέλος θα μιλάμε με σιωπές. Αχ, να μπορούσαμε να μιλάμε με φιλιά.

Σκέφτονται να εκθέσουν τα έργα σου σε μια μεγάλη αίθουσα, αλλά θα έχουν υποστεί αλλοιώσεις ακόμα και διαγραφές και σκισίματα. Την έκθεση διαφημίζουν παντού με τον πίνακα μπροστά στον οποίο συναντηθήκαμε τους «Εραστές» του Μαγκρίτ . Μόνο που τα πρόσωπα δεν είναι καλυμμένα με μαντήλια. Είναι ακάλυπτα. Είναι τα δικά μας πρόσωπα. Σαν να είμαστε καταζητούμενοι. Και ο έρωτάς μας να είναι μιαρός. Τα σχόλια δίνουν και παίρνουν. Όλοι λένε πως είμαστε οι τελευταίοι που ερωτευτήκαμε. Οι τελευταίοι που νιώσαμε τη φωτιά του έρωτα και οι πρώτοι που το πληρώσαμε και ακόμη το πληρώνουμε. Φυσικά όλοι μας ζηλεύουν αλλά δεν μπορούν να το ομολογήσουν. Λένε πως ευθυνόμαστε εμείς για την  απαγόρευση. Πως εμείς την προκαλέσαμε. Μας διασύρουν. Θέλουν να κρυφτούμε. Να μην εμφανιζόμαστε πουθενά.  Αλλά σε αυτή την περίπτωση θα είμαστε μόνο στον πίνακα του Μαγκρίτ καταζητούμενοι, απαξιωμένοι.

Η Δάφνη μου είπε πως βρήκε κωδικοποιημένα στο διαδίκτυο ένα μύνημα που έλεγε πως κάποιοι που αυτοαποκαλούνται «Τοκογλύφοι» του Έρωτα μπορούν να εξασφαλίσουν δωμάτιο αδιαφανές για να συνευρεθεί κανείς με την αγαπημένη του. Κάτι που βέβαια είναι παράνομο. Γι αυτό αναρωτιέμαι μήπως είναι παγίδα.

Ωστόσο υπάρχουν κάποιοι που μας αγαπούν και θέλουν να μας προστατεύσουν. Μια μέρα η Δάφνη και εγώ κάναμε κάτι πολύ επικίνδυνο. Πικ-νικ σε ένα άδειο πάρκο. Όταν είδαμε την Αντιερωτική Αστυνομία, το χορτάρι ψήλωσε απότομα και μας έκρυψε από τα μάτια της.

Μια άλλη νύχτα που επιχειρούσαμε να φιληθούμε, κρύφτηκε το φεγγάρι και έτσι το σκοτάδι μας προστάτεψε. 

 

-----------

* Τσέζαρε Παβέζε