Ο Κος Πενθήμερος, Β' μέρος, 69α. Κουτσαίνοντας με τον Κορτάσαρ,

« Πάνω σε κάθε γυναίκα που σου έμοιαζε έπεφτε σαν εκκωφαντική σιωπή μια κοφτερή και κρυστάλλινη παύση, στο τέλος κατέρρεε θλιβερά σαν μουσκεμένη ομπρέλα που κλείνει.» ( λέει  στο "Κουτσό" του ο Χούλιο Κορτάσαρ *).

Σε σένα απευθύνω όλο αυτό το γραφτό, όπως κι αν είναι, όταν ολοκληρωθεί. Αν ολοκληρωθεί. Προχθές πήρα να κατεβαίνω μία σκάλα. Όχι όπως εκείνη την ξεκούραστη του μετρό. Σε αυτήν πρέπει να χρησιμοποιείς τα πόδια σου. Να λυγίζεις τα γόνατα, να πατάς όλο το πέλμα σου σε όλο το πλάτος του σκαλοπατιού, για να μην κατρακυλήσεις και μετρήσεις ένα ένα τα σκαλοπάτια. Μία κάθοδο πραγματοποιείς. Στο υπόγειο. Το υπόγειο είναι πάντα το ίδιο. Τα ανώγεια είναι όλα διαφορετικά μεταξύ τους. Στο υπόγειο είσαι μόνος μαζί του. Η κάθοδος μπορεί να είναι εύκολη  ή δύσκολη. Μπορεί να κατέβεις σε αυτό οικειοθελώς. Μπορεί όμως να σε κατεβάσουν σηκωτό. Με κουκούλα στο κεφάλι. Και να μην βγεις από εκεί παρά μόνο αν στο επιτρέψουν. Η οικειοθελής κάθοδος μπορεί να συντελεστεί επειδή δεν αντέχεις άλλο την έκθεση στο φως. Είναι μία εκδοχή. Συχνά δεν υπάρχει παρά μόνο μία εκδοχή.

-Γιατί κουτσαίνεις Χούλιο; Πού θα μας πας, κουτσαίνοντας;

Μία πόλη ολόκληρη που κυκλοφορεί υπογείως. Πρώτο, δεύτερο υπόγειο. Κάτω από την κοίτη του ποταμού. Καταδύεσαι πρώτα στο βυθό του κι ύστερα επιβιβάζεσαι στο μετρό με προορισμό το σταθμό του « πτώματος», «Ανατόλ Φρανς», αυτού που έγραψε την «Νήσο των πιγκουίνων». Αν κατέβεις σε λάθος σταθμό δεν θα είσαι μάρτυρας του "Εγκλήματος του Συλβέστρου . Μπονάρ". Ούτε το πτώμα του συγγραφέα του, όπως μεταθανάτια το ονόμασαν οι σουρεαλιστές θα δεις ταριχευμένο. Το πτώμα του Πάουλ Τσέλαν στο βυθό του Σηκουάνα, αρκετά μέτρα μακριά από την γέφυρα που έπεσε. Δεν άντεχε ούτε το υπόγειο που έμενε ούτε τον τάφο που τον είχαν θάψει. Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του, όταν όλοι γύρω του μιλούσαν και μιλούσαν  και μιλούσαν..

-Ελεονόρα άκου:  δεν θα έρθω απόψε. Δεν θα προλάβω το τελευταίο τραίνο. Αλλά θα σου στείλω μία ανθοδέσμη με αζαλέες. Να τις βάλεις στο βάζο. Εδώ που βρίσκομαι δεν μπορώ να διαβάσω με άνεση. Είμαι στην φυλακή. Το φως εδώ σβήνει νωρίς. Και μέχρι τον Ιούνιο δεν μπορώ να φύγω για την Χίο. Ο καιρός την Πρωτομαγιά θα είναι ψυχρός. Δεν θα ξανακατέβω σε υπόγειο άμα βγω από εδώ μέσα. Ίσως πάλι προλάβω το νυχτερινό τραίνο για το Άμστερνταμ.

Ξέρεις ότι δεν ταξιδεύω συχνά Χούλιο. Δεν περίμενα να σε δω να κουτσαίνεις. Γελούσες όταν σε συνάντησα. Γιατί άραγε; Εμένα περιγελούσες; Ποιος ο λόγος παρακαλώ; Ένας κουτσός να γελά με κάποιον που στέκεται στα δύο του πόδια;

Μπαίνει λίγο φως από τον φεγγίτη. Όταν τον χτυπά ο ήλιος κατάστηθα. Είπες πως αν δεν το είχες γράψει, αν δηλαδή δεν είχες κουτσαθεί, θα έπεφτες στον Σηκουάνα. Προτίμησες να κουτσαθείς γράφοντας ένα κουτσό βιβλίο, που δεν αρχίζει και δεν τελειώνει. Πού ακούστηκε η αρχή του να βρίσκεται στην σελίδα 73 και όχι στη σελίδα 23 που λέει: στην πραγματικότητα, ο Λωτρεαμόν … (αποσιωπητικά) ο Ρόναλντ (ούτε που ξέρω ποιος είναι αυτός ο Ρόναλντ ) ενοχλείται γιατί έβαλε στο πικάπ ένα από τα ινδάλματά του! 

"Δεν έχει καμιά σημασία. Το βιβλίο μου μπορεί να το διαβάσει ο καθένας όπως θέλει. Εγώ το πολύ-πολύ τακτοποιώ τις σελίδες του όπως θα ήθελα να τις διαβάσω. Και στη χειρότερη περίπτωση, αν μπερδευτούν, ίσως το αποτέλεσμα να είναι τέλειο." ( λες στην εισαγωγή σου στη σελίδα 9 )

Και ύστερα μας λες πως δυστυχώς πρέπει να σωπάσουμε. Άμα σωπάσουμε όλοι εγώ δεν έχω καμιά  αντίρρηση. Αλλά για λίγο, γιατί εμένα μου αρέσει να μιλάω. Οι επιθυμίες μου με σπρώχνουν σε μία ακατάσχετη ομιλία. Σε έναν σχοινοτενή μονόλογο. Εκτός αν κάποιος σκεφτεί να μου αντιτάξει κάτι, και θεωρήσω αυτό το κάτι ενδιαφέρον, τότε φυσικά θα τον ακούσω ευχαρίστως. Αλλά θα απαντήσω μην αμφιβάλλεις.

Τότε θα ακουστεί ο λόγος του Νερβάλ: « όταν το γράμμα έφυγε θα ήθελα να το γυρίσω πίσω, και μέσα στην μοναξιά μου άρχισα να σκέφτομαι αυτό που μου φαινόταν ότι ήταν μια βεβήλωση των αναμνήσεών μου» (από την "Αυρηλία" **. σελίδα 41).

Παραχάραξη. Ποιος πείραξε τις αναμνήσεις ενός τέτοιου ανθρώπου; Ενός περίεργου που πίστευε πως «το όνειρο είναι μία δεύτερη ζωή».

Ήταν κι αυτός μαζί μου στο μετρό. Φαλακρός από νέος. Από τότε που έκανε εκείνο το ταξίδι στην Ελλάδα.

Δηλώνω πως δεν είμαι αλληλέγγυος με τους παραχαράκτες…

 

Ποιος μ' αγαπάει εμένα;  Ποιος μπορεί να μ' αγαπάει εμένα; Ποιος; Η αγάπη έχει δύναμη προωθητική. Εγώ ξέρω. Έχω αγαπήσει.

Σε σένα Τζένη, Υβόν, Καικιλία, Μάγα, Πτιφούρ, Καθεπώς. Για σένα Ελεονόρα-Δάφνη. 

Βάζω τα χέρια μου στην φωτιά. Ύστερα χώνω τις γροθιές μου στις φαρδιές μου τσέπες. Έτσι κατάφερνα να τις γεμίζω κλέβοντας. Δεν είχα να φάω. Όταν πεινάει κανείς δεν σκέπτεται να αυτοκτονήσει. Σκέφτεται ένα τρόπο να βρει φαί. Αυτοσυντήρηση.

Όμως δεν ενσωματώνεις τίποτα έτσι. Βάζεις αποσπάσματα αυτούσια ή πειραγμένα. Αλλά η προσπάθεια αποτυγχάνει.

Άκου δεν θα αυτοκτονήσω εγώ! Κάποτε το σκέφτηκα βέβαια. Ύστερα άρχισα να γράφω κάτι παράξενα γράμματα σε μένα. Δηλαδή, εγώ ήμουν ο συγγραφέας και ο αναγνώστης μου. Έτσι επιτυγχάνεται η ησυχία. Η σιωπή. Ούτε τα ψάρια δεν μιλούσαν.

Σφάλιζα τα παραθυρόφυλλα, γύριζα το ρολόι ανάποδα, να κοιτάει τον τοίχο, άναβα την λάμπα του γραφείου. Τότε κυριαρχούσε η δική μου αιθρία.

Εδώ στον Νότο έχουνε πολύ φως. Το φως αλλοιώνει την πραγματικότητα. Αν  υπάρχει. Γιατί όπως το βλέπω καθένας έχει την δική του. Ιδιοκτήτης κι εγώ της δικής μου, ξάπλωνα και αγνάντευα την πραγματικότητα της οροφής.  Ήταν γύψινη. Εδώ ήταν πάντα νύχτα ή δεν υπήρχε καθόλου. Πράγμα που κάνει το ίδιο. Είχε παντού φεγγίτες να μπαίνει όποτε και όπως του γούσταρε.  Το φως σε οδηγεί σε παραλογισμούς. Δημιουργεί παραθλάσεις. Κατακαίει τα σπαρτά. Πυρώνει το κεφάλι. Ιδρώνει τις μασχάλες αλλά και τις κλειδώσεις. Η υγρασία απλώνεται παντού. Όλα γλιστρούν. Η γλίτσα στρώνεται με την άνεσή της, και ξαφνικά φυτρώνουν πάθη ανομολόγητα. Στους βουβώνες επικρατεί αναρχία. Φως παντού. Θαρρείς πως στάζει φως. Τα σκουπίδια μου είναι γεμάτα φως.   

[ Συνεχίζεται ]

_____________

*μετφρ. Κώστας Κουντούρης, εκδόσεις 'Εξάντας', 1988.

** μετφρ. Δημήτρης Δημητριάδης, εκδόσεις ""Άγρα", 1989

================

# το σχέδιο είναι του Άλφρεντ Κούμπιν