Νεότητα

Εἶναι εὔθραυστη ἡ νεότητα,

Δέσμια τῆς φαινόμενης ἀκινησίας τῶν τοπίων,

Τῆς αὐστηρότητας τῶν σεπτῶν χώρων

 

Μιά χορωδία ἀγοριῶν κλείνει ἕνα θρησκευτικό μέλος

κρατῶντας τήν ἀπόσβεση μιᾶς καταληκτικῆς συγχορδίας

            μέ φωνές θύματα τῆς ἐπικείμενής τους ὡρίμανσης

 

Μάτια νά ἐστιάζουν στή ρευστότητα τῆς πέτρας

                        Κεφάλια κλίνουν πρός τά πίσω σέ μιά δέηση

 

Ἰχθύες τακτοποιημένοι σέ πλεχτό πανέρι

μαῦρο ἀπό τό φάγωμα τῆς ἁλμύρας,

Ἀπό χαίνοντα στόματα ἀναβλύζει ὑγρό τό μέταλλο

                        τῆς ἐν καμίνῳ ἐνδυμασίας

 

Εἴμαστε τά ἀπομεινάρια τῆς κύλισης τῶν βράχων

                        Τοῦ λειασμένου βότσαλου εἴμαστε ἡ στιλπνότητα

 

Κι ἄς ὑποδιαιροῦμε τόν χρόνο

                                    Κι ἄς αναθρέφουμε λαίλαπες

Κι ἄς θυσιάζουμε τά τέκνα τῆς Γῆς

                                    Κι ἄς ἰδιωτεύουμε ἀδιάντροπα

 

Οἱ πάλαι ποτέ νέοι

                                    Ἡ ἀποσύνθεση τῆς ὀνειροπόλησης

 

Ἔχοντας ξεχάσει τήν αἴσθηση τῆς λάσπης

κάτω ἀπό τά γυμνά μας πέλματα

                                    Ἔχοντας πάψει πορευόμενοι στά δάση

                                    νά νιώθουμε τήν ἀγωνία τῆς ἐπιβίωσης

 

Τή γεύση τοῦ κυνηγημένου αἴματος

καί τοῦ θανάτου τόν λυσίπονο ρόγχο.