Ο Κος Πενθήμερος, 50.Εγώ, ο Αντονέν Αρτώ, ένας μονόλογος

Στην αρχή δε μ’ άρεσε. Βιαζόμουν. Έβαλα τελεία, αντί για έψιλον. Ένα έψιλον πριν την τελεία. Κι έτσι όλα θα ήταν στρογγυλά. Ολόκληρα. Να ολοκληρώσω. Αυτό βιαζόμουν να κάνω. Σάμπως να χει μεγάλη σημασία, σκέφτηκα. Ολοκλήρωμα. Ολόκληρον. Το όμικρον μοιάζει νά ναι αβλεψία. Ωμέγα. Με ωμέγα για να τελειώσω. Κι ύστερα ας πάνε όλα στο μισό. Ποσώς μ’ ενδιαφέρει. Δε μ’ άρεσε. Είπα όχι. Σήκωσα το φρύδι πρώτα και μετά το ανάστημα. Απέναντι σ’ αυτό το κείμενο που κείτονταν εκεί, κατάχαμα. Δεν είπα. Ξέρεις είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Άργησα να το καταλάβω. Ήμουν έτοιμος όμως τώρα. Και δεν άκουγα πια το θόρυβο των λέξεων μέσα στο κεφάλι μου, αυτό που περικλείεται μέσα, ολόκληρο μέσα στο κρανίο μου.  Αυτό στο οποίο φυτρώνουνε μαλλιά ακόμα. Δεν είναι καύκαλο.
Ζω, ακόμα. Ξεχάστηκα. Ξέχασα και ζω. Δεν αξίζει να σκέφτεσαι αλλιώς. Είπα όχι. Πώς να σκεφτώ, μετά τα έργα επισκευής. Δεν έχω πια τίποτα ολόκληρο. Πρώτος εγώ το ξέρω. Δεν έχω τίποτα τέλειο. Ποιος έχει; Ή ποιος νομίζει κάτι τέτοιο. Να αφηγηθώ λοιπόν την ιστορία μου. Ανυπόκριτα. Σοβαρά. Με τρόπο όσο γίνεται πιο βατό στον ακουστικό πόρο. Στην σκηνή. Κάποιοι πολύ υποκριτές – οι άνθρωποι υποκρίνονται λέω, εγώ το λέω, ο Αρτώ, αυτός με το Αυτό, αυτόματα, όχι με αυτοματικό τρόπο,αλλά λογικώς οργανωμένο, αδελφέ υποκρίνονται, έτσι νομίζω – τίποτ’ άλλο – πέρασαν χρόνια κι αέρας πολύς ανάμεσα τους, πλήθη, πλήξη, πλύσεις εγκεφάλου και ηλεκτροσόκ, πώς να εγερθείς από το κάθισμα σου, τα πόδια σου δε σε κρατάνε, καημένε Αρτώ. Αντονέν Αρτώ – λες κι υπάρχει άλλος – 7 χρόνια ανάμεσα σε δύο χρονολογίες κλεισμένος σε παρένθεση, σε δύο φωτογραφίες ανάμεσα, του Man Ray η πρώτη, προφίλ τρία τέταρτα, τα μάτια γυρισμένα αριστερά όπως σε κοιτώ Αντονέν Αρτώ, η πλάτη κι ο βραχίονας σου μισοφαίνονται, η πρώτη νεανική δε ξέρω πότε ακριβώς, με τις χρονολογίες δεν τα πήγαινα καλά ποτέ, ύστερα λευκό, Μπλανς, blanco, τσιρότο, ενέσεις, ηλεκτροσόκ, απομόνωση, με λέτε κύριοι τρελό, ποιοι είστε παρακαλώ, όχι δε σας κοιτώ πια από το κέντρο της δεύτερης φωτογραφίας εγώ ο Αρτώ, ανάμεσα σε δύο φωτογραφίες είμαι – όχι σε δύο χρονολογίες – αυτές δεν τις θυμάμαι. Εγώ που σας κοιτώ από την πρώτη σε πόζα τρία τέταρτα. Αυτές οι φωτογραφίες, εννοείται,αυτές είναι για μένα οι χρονολογίες γέννησης και θανάτου μου. Όχι εκείνες: 1896 – 1948. Αυτή είναι η συμβατική έννοια του χρόνου. Μια συνθήκη, ένα ψεύδος. Η καρικατούρα του χρόνου. Λοιπόν εγώ είμαι σε άλλη διάσταση χρονική. Αμφιβάλω – κι όμως. Μπορεί. Κι όμως δεν σας κοιτώ σ’ αυτήν. Είμαι πάλι στο κέντρο, εγώ που μ’ έχουνε αυτοκτονήσει, εικόνα σου είμαι τρέλα και σου μοιάζω. Ακούστε: εγώ μάλλον είμαι. Άλλος είναι. Αλλά πάλι εγώ, κατά τη θέση εκείνη του Ρεμπώ: Εγώ, είναι ένας άλλος. Ναι, δεν σας κοιτάζω. Έχω αποκάμει. Σκυμμένο βλέμμα, σφαλιστό και το κεφάλι μεγάλο σαν υδροκέφαλο, κενό περιεχομένου, ιδεών, σκέψεων. Καταστράφηκαν. Θέλω να καταστρέψω την ύπαρξη. Εννοείται την δικιά σας γιατί την δική μου την κατάστρεψαν. Δεν σας αρκεί όμως, αν εγώ που πια δε σας κοιτώ, είμαι σε κατάσταση ζώου. Κανένα φως δεν είναι αναμμένο. Ερεβώδη χρόνια, πόσα; Μη ρωτάτε. Πέθανα. Γεια σας.
Δεν σας κοιτώ καθόλου. Ούτε το πάτωμα κοιτώ. Τίποτα, είναι σφιχτά σφαλισμένα τα βλέφαρα.
Τηλεφώνησα στον Μπρετόν
Αλλό, ποιος είναι;
Τον διόρθωσα ευθύς αμέσως.
-Ποιος είμαι, θες να πεις.
-Μα ποιος είστε επιτέλους; Αναγκάστηκε αυτός να διορθώσει. Ο άνθρωπος είχε τουλάχιστον αγωγή, σκέφτηκα. Αν και καμιά σκέψη δεν καθοδηγούσε τη γλώσσα μου.
-Ο Αρτώ, είπα, θυμάστε; Το γύρισα κι εγώ. Έγινα κόσμιος. Μου είχαν ανοίξει το κρανίο, τι άλλο να περιμένω πλέον από τους γιατρούς, τους δικηγόρους, τους δικαστές, τους έγκλειστους, τους μπάτσους, τους ενόχους, τους φίλους, ποιοι οι φίλοι; Αλήθεια, τι έγιναν οι σύντροφοι; Που βρίσκονται;
Καλά ο Μπρετόν δεν κατάλαβε καν ποιος είναι. Θέλω να πω, είμαι.
Ποιος Ατρώ; Είπε!
Κι έκλεισε
Ακούστε είπα – και μίλαγα στον αέρα-
Δεν είμαι πουλί, ο Πάολο Ουτσέλο ήταν πουλί που δεν πετούσε , αλλά ούτε το στρουθίον πετούσε, αυτό του Δαυίδ, ξέρετε εσείς κύριοι της Γαλλικής Ακαδημίας, αυτό το στρουθίον μονάζον επί δώματος, ούτε αυτό πετάει…
Είπα για μια στιγμή να εγκαταλείψω, ένοιωθα πτώμα, ένοιωθα νεκρός, αλλά η βιογραφία μου αυτή ανάμεσα στις δύο φωτογραφίες η μια βλέπουσα η άλλη αόμματη και το έργο μου, βρείτε το τετράδιο το προσωπικό μου τετράδιο, με την καρδιά μου ξεγυμνωμένη, πάλλομαι πάλι σαν αυτήν τώρα που γράφω, τώρα που μιλώ σαλπίζοντας.
Ποιος είμαι;
Από πού έρχομαι;
Είμαι ο Αντονέν Αρτώ
Και το λέω
όπως ξέρω να το λέω
άμεσα
θα δείτε το τωρινό μου σώμα που πετάει σε θραύσματα
και να ξανασυγκεντρώνεται
κάτω από δέκα χιλιάδες όψεις
κακόφημες
ένα νέο σώμα
όπου δε θα μπορείτε
ποτέ πια
να με ξεχάσετε
Και δε θα με ξεχάσετε.