5. Η φωνή

Α.

Τον αγαπά.

Δεν ξέρει την ζωή του. Μόνον, ότι τον αγαπά γνωρίζει - αλλά είναι εμμονή. Τον αποκαλεί πατέρα, αδελφό, εραστή και υιό. Τον φωνάζει μητέρα και, της απαντά. Είναι ο Ποιητής του ουρανού και της γης της,  Θεός O Παντοκράτορας της ερωτικής της πλάνης.

 

Όταν της προτείνει γάμο, σκύβει και του φιλά τα πόδια. - Αν πεθάνετε πρώτος, θα ήθελα να ταφώ μαζί σας,  του λέει.

Επιμένει να του μιλά στον Πληθυντικό.

Το σπίτι που τους δέχεται νεόνυμφους, είναι δικό του διαμέρισμα, στον έκτο πολυκατοικίας του 1950 με ανελκυστήρα από σφυρήλατο σίδερο. Όσο ανεβαίνουν, γίνονται ορατοί, ωστόσο ανυψώνονται στον έκτο ουρανό στόμα με στόμα. Εκείνος, πιέζει τους γλουτούς της στο δικό του υπογάστριο. Τους παρακολουθούν ενεοί οφθαλμοί, που αποστρέφονται άδυτες ομολογίες του έρωτα - σε κοινή θέα ωστόσο.

Το μπαλκόνι αιωρείται στα σύννεφα. Βλέπει στην παλαιά πόλη και το κάστρο.  Η βεράντα απέναντι, φορτωμένη με bonsai, φτέρες, δράκαινες και κάκτους, ανήκει σε έναν ηλικιωμένο που, βγαίνει ημίγυμνος τα βράδια, κοιτά το φεγγάρι και του μιλά.

 

Η γυναίκα μένει πολλές ώρες μόνη.

Στο δωματιάκι υπηρεσίας – όπου, καταφεύγει και γαζώνει σε ραπτομηχανή sigger τα μακριά της φορέματα – διαπιστώνει τον ανισοπαχή τοίχο. Όταν ακούει, για πρώτη φορά την φωνή από μέσα, μένει δυσάρεστα άναυδη, ενεά.

Ένας μακρόσυρτος αναστεναγμός, και τανάπαλιν. Αφουγκράζεται, κολλώντας το αυτί της στην κρύα επιφάνεια, και μετά ολόκληρο το σώμα της.

Η φωνή, άλλοτε γελά, και θρηνεί άλλοτε. Κάποιες φορές τραγουδά - τότε, μυρίζει γιασεμί Μαδαγασκάρης το δωμάτιο.

Ο τοίχος, πρέπει να σκαφτεί κατά ένα τρόπο, και η φωνή να βρει την ελευθερία της.

 

Ο εργάτης που μακελεύει τον τοίχο, πρώτα βρίσκει τα ατέλειωτα μαλλιά - κόκκινα και σκληρά, πηγμένα σε ξεραμένη λάσπη. Μετά, την στραπατσαριμένη βιολετί γόβα. Ανασύρει και το σκουλαρίκι - χρυσό χαλκαδάκι με μικρούτσικο ρουμπίνι, σαν βαθυκόκκινο δάκρυ χυμένο στο σπασμένο τσιμέντο. Το μαύρο, δαντελένιο γάντι είναι ένα χέρι πολύ αισθαντικό, άδειο από δάκτυλα. μυρίζει je reviens.

Τον περιμένει στο σαλόνι, κρατώντας προτεταμένο, το δικό του περίστροφο.

Εκείνος κλαίει και ομολογεί.

Β.

Μετά την καταγγελία, δεν ανακαλύπτονται ανθρώπινα σκελετικά ευρήματα εντός του τοίχου. Άρα, κανένα το άγος.

Οι τοίχοι έχουν αυτιά, αλλά και γλώσσα, ισχυρίζεται η γυναίκα.

Η φωνή εντός του τοίχου, έχει σωπάσει.

 

Μετά το διαζύγιο, ο άντρας μετακομίζει σε άλλο σπίτι - η τύχη του, δεν θα γίνει ποτέ γνωστή.

 

Εκείνη γράφει ένα βιβλίο. Για γυναίκες που, κτίζονται σε τοίχους από αλλόφρονες έρωτες. Για έρωτες, σαν αυτοάνοσα νοσήματα που, οδηγούν σε φόνους. Για φωνές που εμφωλεύουν εντοιχισμένες.

Αποφεύγει έκτοτε τους άντρες.

 

Το βιβλίο έχει επιτυχία. Δηλώνει, πως είναι δυστυχισμένη όταν δεν γράφει.

Στην παρουσίαση του έργου, η γυναίκα με τα κόκκινα μαλλιά και το τεράστιο μαύρο καπέλο, την συγχαίρει, τείνοντας το χέρι της. Το χέρι της άγνωστης, τρέμει μέσα στο χέρι της συγγραφέως. Το μαύρο γάντι κατοικείται. μυρίζει je reviens.

Η φωνή, της είναι αόριστα γνώριμη. από ένα εκ νέου ερχόμενο, ένδον παρελθόν.

- Είμαι η φωνή, λέει.

Γ.

Δείχνουν ευτυχισμένες μαζί.

Ζουν στο Τόκυο. Σε σπίτι από καρδιόξυλο Παουλώνιας. H μνήμη τους είναι ολίγιστη περί το πικρό παρελθόν.

Ο κήπος είναι γεμάτος κερασιές Sakura – δένδρα της αφιλοκέρδειας και του φευγαλέου της ζωής. Στις ρίζες τους, λέγεται, θάβονταν πολεμιστές Samurai, που απ το αίμα τους βάφονταν κόκκινοι οι καρποί.

Εκφράζουν την επιθυμία, να ταφούν μαζί κάτω από κερασόδενδρα. Είναι ένας νέος τρόπος ενταφιασμού που προσβλέπει, στα συστατικά της σωματικής αποσύνθεσης για το δένδρο. Το δένδρο τρέφεται από τις αφομοιώσεις της σάρκας.

Ευελπιστούν πως, τα μικρά, πορφυρά φρούτα, έτσι, απ τις, εν τω κάτω κόσμω υπνολαλίες τους, θα αποκτήσουν και άλικη φωνή, εκτός από χρώμα.

 

Στον κήπο τους, έχει φυτρώσει από το γογγύλι του πουθενά, το άγριο άνθος Titan Arum - corpse flower, λουλούδι – πτώμα, όπως μετονομάστηκε, λόγω των δυσωδών οσμών του.

Δεν το ξεριζώνουν.

Φοβούνται μην πλήξουν, την σκοτωμένη γυναίκα στις ρίζες του. Ίσως, σάπισε κατά την ζωντανή ταφή της στο χώμα, από τον Κύριο της έρωτα. Και η μυρωδιά των λουλουδιών, είναι η απελπισμένη διαμαρτυρία της.

Την τιμούν και την ανέχονται.

Την ποτίζουν με λικέρ από ρύζι. Την μεθούν – να ξεχάσει. Της ψιθυρίζουν λόγια παρηγορητικά, του έρωτα.

Σκέπτονται, όσες γυναίκες κτίστηκαν σε τοίχους από αγάπες παρόμοιες.

Το λουλούδι αυτό, είναι ένα λουλούδι-γίγας. Ίσως τρέφεται, από πλούσια σε πρωτεΐνη δάκρυα της εκλιπούσης, έγκλειστης στο βολβό.

Τα βράδια, ακούν την Φωνή κάτω από το χώμα του.

Τραγουδάει η νεκρή.

Της τραγουδάνε.

Ακούν οι ευαίσθητοι τοίχοι. Και οι κτισμένες τους, απλώνουν πλυμένα ρούχα στα γιγάντια και υπέρσαρκα πέταλα του πτώματος άνθους.

Είναι ευτυχισμένες μαζί. ερωτευμένες.