Για Γέλια

Αν θέλετε να γελάσετε, μη διαβάσετε την πραγματεία του γέλιου του Μπερξόν. Αν όμως έχετε στη βιβλιοθήκη σας την παλιά μετάφραση του Καζαντζάκη, τότε επιχειρήστε το. Μπορεί, τουλάχιστον, να μειδιάσετε εξαιτίας της επινοητικής γλωσσοπλασίας του μεταφραστή, εντελώς ξεπερασμένης πλέον σήμερα.

Σίγουρα όμως θα σας ανακουφίσει το δοκιμιάκι του Μπωντλαίρ «περί της ουσίας του γέλιου», γιατί περιέχει όλους τους χυμούς του. Δεν απευθύνεται στους σοφούς αλλά στο κοινό. Δεν απευθύνεται ούτε στους καλούς Χριστιανούς, κατά το στοίχο του Le Vavasseure (1819 – 1896).

Το 1896, λοιπόν, είναι η χρονιά που γεννήθηκε το γέλιο. Ο Βαβασέρ πέθανε εκείνη τη χρονιά. Προφανώς, επειδή βλαστήμησε τον Ιησού. Φυσικά ο ίδιος ο Ιησούς, ουδόλως ενοχλήθηκε από το στίχο του, γιατί απλούστατα ήταν αλήθεια. Ο Ιησούς διακήρυττε «Εγώ ειμί η Αλήθεια και η Ζωή», δηλαδή ήταν αυτός ούτος ο κάτοχος της αλήθειας. Αν και όταν τον ρώτησε ο Πιλάτος «τι εστίν αλήθεια» εκείνος δεν αποκρίθηκε. Ο Ιησούς, αν και πολυεύσπλαχνος, δεν λυπήθηκε τον φουκαρά τον ποιητή, φίλο του δαιμονικού Μπωντλαίρ και ο ποιητής που έζησε 77 έτη δεν ξαναείδε άσπρη μέρα, ξεράθηκαν τα χείλη του και δεν ξαναγέλασε ποτέ. Το στόμα του στράβωσε και δεν μπορούσε να προφέρει ούτε καν τον επίμαχο στοίχο. Αν θέλετε να κερδίσετε τη βασιλεία του Γέλιου, βλασφημώντας, σας ικετεύω να μετανοήσετε αμέσως μετά, για να κερδίσετε και τη Βασιλεία των Ουρανών.

Ο φίλος του Βαβασέρ, ο δαιμονικός Μπωντλαίρ,  πίστευε πως ο σοφός γελά πάντα τρέμοντας, ή τρέμει επειδή γέλασε. Αν το γέλιο είναι πειρασμός, ο σοφός δεν υποκύπτει στον πειρασμό αλλά και σε οποιονδήποτε άλλον πειρασμό και ας φώναζε ο Όσκαρ Γουάιλντ «αν θέλετε να αποφύγετε έναν πειρασμό, δεν έχετε παρά να υποκύψετε σ’ αυτόν.»

Αλλά για να ’ρθουμε στις μέρες μας, εγώ δε βλέπω και πολλούς να γελούν στο δρόμο, στο μετρό, στα γραφεία τους. Με τι να γελάσουν οι πένητες, οι άστεγοι, οι απολυμένοι, οι οργισμένοι, οι απαυδισμένοι. Ούτε όμως ο πρωθυπουργός γελά, όχι γιατί δε χαίρεται που είναι πρωθυπουργός, αλλά επειδή οι παραφουσκωμένοι και οι βαρύγδουποι δε γελούν ποτέ.

Κάποτε, βλέπαμε έναν παχουλό τύπο με γυαλάκια χωρίς σκελετό, τόσο κοντό που κρυβόταν πίσω από τα μικρόφωνα. Το δυσανάλογα μεγάλο κεφάλι του πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά, που πίστευε ότι ο κόσμος χαιρόταν και γελούσε, μόνο και μόνο επειδή  ήταν πρωθυπουργός, δεν φαινόταν. Έτσι μιλούσε στον κόσμο χωρίς κεφάλι. Πως ήταν δυνατό να γελάς με τόσο σοβαρά πράγματα που συνέβαιναν τότε στην χώρα. Αφού την 4η Αυγούστου του 1936 χάραξε η χρυσή αυγή του Γ’ Ελληνικού πολιτισμού. Τι είχαν γίνει οι δύο προηγούμενοι; Προφανώς οι δύο προηγούμενοι είχαν δύσει, αλλιώς πώς θα είχε ανατείλει ένας καινούργιος;

Θα επικαλεστώ πάλι τον Βωδελέρον – όπως τον έλεγαν οι λόγιοι μας του 19ου αιώνα, εξελληνίζοντας τ’ όνομα του και κάνοντας το αγνώριστο: το γέλιο είναι ο κλήρος των τρελών. Οι οποίοι γελούν επειδή είναι αδύναμοι και έχουν άγνοια κινδύνου. Στις μέρες μας δε νομίζω να υπάρχει κανείς που να έχει άγνοια κινδύνου, για το τι τον περιμένει, αφού δεν ξέρει τι θα φάει αύριο και δεν θυμάται τι έφαγε εχθές. Όσο για τους τρελούς, ούτε αυτοί γελούν – και να με συγχωρεί ο μέγας Μπωντλέαίρ – αφού κλείνουν μία – μία οι μονάδες ψυχιατρικής φροντίδας.

Το κόστος υγείας, βλέπετε, σε καιρούς λιτότητας, όπως οι δικοί μας, είναι δυσβάσταχτο. Οι ασθενείς, οι οδοιπόροι, η μεσαία τάξις πρέπει να λυγίσει, να πονέσει, να κλάψει, ν’ αναλογιστεί τι έκανε τα χρόνια της ευημερίας – αν υπήρξαν τέτοια για τους πολλούς. Υπάρχει όμως ένα ποσοστό που περνά καλά, προστατεύει τα συμφέροντα του, κερδοσκοπεί σε βάρος τους, αλλά ούτε αυτό γελά γιατί είναι μεγαλομανές, αλαζονικό και αδηφάγο. Ωστόσο οι καταραμένοι, οι σημαδεμένοι μ’ ένα σαρκαστικό μορφασμό που φτάνει μέχρι τ’ αυτιά (θυμηθείτε τον «άνθρωπο που γελά» του Β. Ουγκώ) θα γελάσουν βροντερά και θα σαρώσουν με το γέλιο τους τα πάντα.