Ο Κος Πενθήμερος, 49. Ο Αρτώ και οι Άλλοι

Ο Αρτώ μέσα σε όρια. Στα όρια μερικών εκατοντάδων λέξεων ενός κεφαλαίου του Κου Πενθήμερου, μιας ιστορίας Μαύρου Χιούμορ. Ριψοκίνδυνο εγχείρημα. Γιατί ο Αρτώ στροβιλίζεται σ' ένα σωρό σύμπαντα: στο σουρεαλιστικό, στη χώρα των Ταραχουμάρα, της μαγείας, των Ταρό, στο είδωλό του. 

(Η γη είναι σαν στρόβιλος από θνητά χείλια. Η ζωή σκάβει μπροστά στα μάτια μας το βάραθρο κάθε χαδιού που παράπεσε (...) Τι λογής θάνατος ειν' αυτός όπου είμαστε για πάντα μόνοι, όπου ο έρωτας δεν μας δείχνει ωστόσο το δρόμο)

Γιατί ο Αρτώ λογικεύεται, παραλογίζεται, παραφρονεί. Παίρνει όπιο για να αντέξει τους πόνους από τις νευρολογικές ασθένειες του σώματος, από τον πόνο του χαμού της μικρής του αδελφής, δοκιμάζει πεγιόλτ στο Μεξικό σαν μέσο μύησης σ' ένα άλλο σύμπαν. 

Αντιτίθεται, διαφωνεί με την ένταξη των σουρεαλιστών στο Κόμμα και αφορίζεται, εξοστρακίζεται.

Ποτέ, μ' ό, τι κι αν καταπιάστηκε δεν κατάφερε να καταστεί κάτι παραπάνω από μια υποχώρηση στο τίποτα. Αυτός ο κανάγιας, σήμερα μας αηδιάζει ( Μπρετόν, 1938 )


 

Αλλά αυτός δεν ενδίδει, δεν μετανοεί, δεν παραδίνεται, δεν συναινεί. 

Γίνεται αποσυνάγωγος. Έκθετος. Δεν είναι οπαδός καμιάς εκκλησίας. Αναζητά την ουτοπία. Το  δικό του βασίλειο.

Εγκλείεται σε άσυλα. Υφίσταται ηλεκτροσόκ για να εγκαταλείψει την εμπειρία του Ακραίου. Τσακισμένος, συντριμμένος, τυραννισμένος από το πνεύμα, παρακινημένος από την έμπνευση κραυγάζει:

                                         Ο κόσμος μ' έγδαρε γυμνό και μου τα πήρε όλα

Πλήρης και ταυτόχρονα άδειος μονολογεί:

                                                 Όλο μου το έργο χτίστηκε στο κενό 

Απέναντί τους το είδωλό του, το ίδιο αδιάλλακτο  με αυτόν.

Υπέφερε, βασανίστηκε, υπέστη τα μαρτύρια της Κόλασης, κυνηγήθηκε, κυνήγησε τ' όνειρο, πολέμησε το Κακό. Πήγε πιο πέρα απ' όλα. Δεν τον ακολούθησε κανείς. Τους ξέφυγε, αλλά ξέφυγε κι απ' τον εαυτό του.

                                                      Ποιος είμαι;

                                                      Από πού έρχομαι;

                                                      Είμαι ο Αντονέν Αρτώ

Παραβρεθήκαμε σ' ένα άγριο θέαμα: ο Αρτώ θριάμβευε, αντιμετώπιζε με σέβας την κοροϊδία, την αναιδή βλακεία, επιβαλλόταν. Ποτέ πριν δε μου φάνηκε τόσο αξιοθαύμαστος. Από την υλική υπόστασή του δεν απόμεινε πια τίποτα, παρά η εκφραστικότητα,είπε ο Αντρέ Ζιντ το 1948, μετά από μια δεύτερη τιμητική βραδιά στην οποία παραβρέθηκε κι εκείνος- στην πρώτη με ομιλητή τον άσπονδο φίλο Μπρετόν οι σουρεαλιστές τον κλείδωσαν απέξω, φοβούμενοι μην κάνει κανένα σκάνδαλο. Το τσίρκο των ομοτέχνων δεν αστειεύεται, δεν χαρίζεται, δεν συγχωρεί. Άλλωστε πώς να εμφανιστεί μπροστά τους ένας αγνώριστος πια Αρτώ, ένας άνδρας λιπόσαρκος- 52 κιλά από 65 που ήταν πριν λίγα χρόνια- χωρίς δόντια, γεμάτος ρυτίδες. Καμιά ομοιότητα με το όμορφο, γαλάζιο βλέμμα του  ηθοποιού του Ντράγιερ και του Αμπέλ Γκανς. Έπειτα, από το 1938 κιόλας ο Λακάν τον θεωρούσε χαμένο για τη λογοτεχνία. Αλλά αυτός τον διέψευσε.

Αυτός που απεχθανόταν τους πάσης φύσεως θεσμούς αναγορεύτηκε σε θεσμό. Ονομάστηκε εθνικός ποιητής, πήρε το βραβείο Σεντ Μπεβ, εκδόθηκε από τον Γκαλιμάρ. Ωστόσο, μια ραδιοφωνική ομιλία του με τίτλο: Για να τελειώνουμε με την υπόθεση του Θεού, ηχογραφείται αλλά θεωρείται ακατάλληλη για μετάδοση. Μεταδίδεται το 1973!

Ο λόγος για τον οποίο πεθαίνουμε είναι επειδή από τα παιδικά μας χρόνια πιστεύουμε στον θάνατο. Μας βλέπουμε ανάμεσα στα τέσσερα σανίδια ενός φερέτρου, αυτό μας κάνει και πεθαίνουμε. Αν αρνηθείτε όμως την ιδέα αυτή, δεν θα πεθάνετε ποτέ. Εγώ δεν θα πεθάνω. Ποτέ. 

Ο Αρτώ είχε πάντοτε έτοιμη μια κραυγή και μια γλώσσα για να κρεμαστεί.-