Ο Κος Πενθήμερος, 45. Η κυβέρνηση του Βισύ, οι δωσίλογοι

 

Στο μεταξύ, ο αστικός φιλελευθερισμός νιώθει ανασφαλής. Πιστεύει, πως απειλείται από τον Κομμουνισμό, που μετράει πλέον μια ολόκληρη 20ετία. Οι δίκες της Μόσχας συνεχίζονται. Έχει εγκαταλειφθεί το δόγμα, πως ο Κομμουνισμός δεν μπορεί, να επιβιώσει σε μία μόνο χώρα. Μόνο ο Τρότσκι υιοθετεί την διαρκή επανάσταση. Από την άλλη μεριά, σε λίγο θ’ αρχίσει, να εφαρμόζεται η «τελική λύση» - και όχι μόνο εναντίον των Εβραίων, οι οποία θα εκτελεστεί με απόλυτη μεθοδικότητα και χειρουργική ακρίβεια.

 

Το Blitz krieg, ο κεραυνοβόλος πόλεμος αποδεικνύεται εξαιρετικά παραγωγικός. Στις 10 Μάη 1940 οι γερμανοί εισβάλουν στην Γαλλία. Τριάντα τέσσερεις μέρες αργότερα (14 Ιουνίου) ο Χίτλερ μπαίνει θριαμβευτικά στο Παρίσι. Μια βδομάδα μετά παίρνει την εκδίκησή του. Επιβάλει μία τιμωρητική συνθηκολόγηση, που υπογράφεται στο ίδιο βαγόνι, όπου είχε υπογραφεί η παράδοση της Γερμανίας στην Γαλλία το 1918. Εγκαθιδρύεται η δωσιλογική κυβέρνηση του Βισύ, στην Νότια Γαλλία, υπό τον ήρωα του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, στρατάρχη Πεταίν. Η κυβέρνηση αυτή συνεργάστηκε με του Γερμανούς, καθ’ όλη την διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Πολέμησε του Γάλλους αντιστασιακούς με την ίδια λύσσα, που το έκαναν οι Γερμανοί. Κυνήγησε τους Εβραίους και τους παρέδωσε στα χέρια των Γερμανών. Οι εκ των νικητών του Α’ Παγκοσμίου πολέμου Γάλλοι ηττώνται και ταπεινώνονται. Οι δωσίλογοι, ατιμάζοντας την στολή τους, καταδικάζουν σε θάνατο τους άλλους μισούς Γάλλους, που αντιστέκονται. Κάποιοι υπό τον Σαρλ ντε Γκωλ, κάποιοι υπό το Κομμουνιστικό Κόμμα. Έτσι διεξάγεται ένας ακήρυχτος εμφύλιος.

Διάφοροι διανοούμενοι , με ακροδεξιές, φασιστικές, αντισημιτικές ή εθνικιστικές θέσεις βρίσκουν την ευκαιρία, να προπαγανδίσουν τα ιδεώδη τους. Είναι αρκετοί και μερικοί εξ αυτών με ιδιαίτερα αξιόλογο έργο στο ενεργητικό τους. Ο Λουί Φερντινάν Σελίν, συγγραφέας, μεταξύ άλλων, του αριστουργηματικού «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» και του «Μακελειό», που παρουσιάστηκε ήδη στα αρχικά κεφάλαια του Κου Πενθήμερου. Ο Ανρύ ντε Μοντερλάν. Ο σπουδαίος φιλόσοφος Μπερξόν. Ο διαβόητος καθολικός ποιητής και διπλωμάτης Πωλ Κλωντέλ. Επιφανής ποιητής, αλλά άκρως αντιδραστικός δεν δίστασε, να απευθύνει ένα εγκώμιο στον στρατάρχη Πεταίν και μετά την απελευθέρωση, με κάποιες επουσιώδεις αλλαγές, το εγκώμιο με τίτλο Paroles προσαρμόστηκε κατάλληλα, για να αποτίσει φόρο τιμής στον ντε Γκωλ. Ο Πεταίν και η προδοτική του κυβέρνηση υποστηρίχτηκε και από τον Σαρλ Μωράς. Το αδιανόητο όμως συνέβη με το επίσημο όργανο Κ.Κ.Γ την Ηumanite΄, ο οποία, μετά την απόρριψη της αίτησής της για επανακυκλοφορία από τις γερμανικές αρχές, συνέχισε, να επικροτεί την κυβέρνηση του Βισύ, στα παράνομα πλέον φύλλα της.

Αν εξαιρέσουμε τον ιδιότυπο υπερφασισμό του Μπατάιγ, ο μόνος από τους πρώην ντανταϊστές, που ανοιχτά υποστήριξε το καθεστώς του Βισύ ήταν ο χαρισματικός πεζογράφος και δοκιμιογράφος Ντριέ Λα Ροσέλ. Φίλος του Αραγκόν, ευνοούμενος του Σαρτρ. Ο τελευταίος, όπως και ο Αραγκόν, ο Ελυάρ και οι αποχωρήσαντες σουρεαλιστές, που ανήκαν πλέον στο Κ.Κ.Γ. πέρασαν στην αντίσταση. Ο Ντριέ πήρε την διεύθυνση του N.R.F. (Nouvelle Revue Francaise), του περιοδικού που εξέδιδε ο Γκαλιμάρ και προπολεμικά είχε την πιο ισχυρή επιρροή στα γαλλικά γράμματα.

Ο Ντριέ Λα Ροσέλ (1893 – 1945), μεταξύ άλλων, εξέδωσε δύο σπουδαία μυθιστορήματα: «Η φλόγα που τρεμοσβήνει» (αναφέρεται στην αυτοκαταστροφική μανία και την αυτοχειρία ενός άνδρα με ψυχολογικά και υπαρξιακά αδιέξοδα). Ο Λουί Μαλ το διασκεύασε για τον κινηματογράφο, με πρωταγωνιστή τον Ρομπέρ Ροσέν. Και το ημιτελές: «Οι αναμνήσεις του Ντερκ Ράσπε», ημιαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, εμπνευσμένο από την ζωή του Βαν Γκογκ.

Η  «Ασπίδα του Γκαλιμάρ», η N.R.F. στην αρχή απαγορεύεται από τους Γερμανούς. Ο, από το 1925, διευθυντής του, ο κριτικός και συγγραφέας Ζαν Πωλάν (1884 – 1968) συμμετέχει στην αντίσταση. Φυλακίζεται. Ο Ντριέ, που έχει πλέον τα μέσα τον βγάζει απ’ την φυλακή. Ο Πολάν συμφωνεί με την παραμονή του Ντριέ στην N.R.F., που επανακυκλοφορεί. Ενθαρρύνει τον Μαρσέλ Ζουαντώ, άλλον δωσίλογο συγγραφέα, να συμμετάσχει στην έκθεση, στην οποία δημοσιεύει και ο Μοντερλάν, ενώ αποθαρρύνει τον Μαλρώ και τον Ρεϋμόν Κενώ. Σε μία παράνομη έκδοση καταγγέλλει : «Απ’ όλα τα λογοτεχνικά έντυπα της κατεχόμενης ζώνης, η N.R.F. είναι το μόνο έντυπο, που εκδίδεται. Το ζήτημα είναι, πως δεν κατάφερε, να κρατήσει μια ελεύθερη και ξεκάθαρη στάση. Σ’ αυτό συναίνεσαν και δύο – τρεις μεγάλοι συγγραφείς, που έκαναν περιουσία. Με την δική τους κάλυψη, οι κάθε λογής δωσίλογοι μπορούν, να παίζουν το παιγνίδι του».

Στο περιοδικό δημοσιεύθηκε και το ακόλουθο κείμενο: «Ο στρατάρχης Πεταίν συμβούλευσε ορθώς την Γαλλία. Η φρονιμοτέρα των επαναστάσεων έλαβε χώρα σιωπηρώς. Όταν έχεις ηττηθεί από την ισχύ, δεν πρέπει, να την υποτιμάς, ούτε να μεμψιμοιρείς».

Ιδού η οπτική γωνία, υπό την οποία βλέπουν την κατάσταση οι δωσίλογοι συγγραφείς. Ο Ντριέ επιτίθεται από τις στήλες άλλου εντύπου στον πρώην σύντροφό του Αραγκόν: «Σε έντυπα, που έχει καταφύγει η πολιτική αντιπολίτευση στον Στρατάρχη Πεταίν βλέπουμε μερικούς από τους νεόκοπους πατριώτες μας των τελευταίων ετών, να ασχολούνται με το γυάλισμα των ξένων όπλων, που χρησίμευσαν περισσότερο, να εκθέσουν την πατρίδα μας, παρά να την υπερασπίσουν. Λόγου χάριν τα όπλα, που σπαθίζουν πάνω στο μικρό, λεπτεπίλεπτο αμόνι του Αραγκόν (…) Ο Αραγκόν έχει παραμείνει ο μέγας κιβδηλοποιός, που πάντοτε υπήρξε, ο διεστραμμένος κιβδηλοποιός που παραχαράζει όλες τις αξίες τις οποίες βουτά και τις μετατρέπει σε κάλπικη μονέδα του ρωσομανούς και του ρωσόφιλου, του αμετανόητου διεθνιστή…»

 

Στο μεταξύ, (ενώ στις αρχές του Ιουνίου του 41 ξεκινάει η επίθεση του Χίτλερ στην Ρωσία) στις 23 Αυγούστου ένα διάταγμα του Βισύ θεσπίζει την ποινή του θανάτου στους «προπαγανδιστές του μαρξισμού». Στις 20 Σεπτεμβρίου, δώδεκα όμηροι τουφεκίζονται στο Παρίσι, μεταξύ των οποίων «κομμουνιστές δημόσιοι υπάλληλοι». Ένα στρατοδικείο του Βισύ, τον ίδιο μήνα, καταδικάζει σε θάνατο για κομμουνιστικές δραστηριότητες, τρεις πατριώτες, οι οποίοι θα καρατομηθούν. Τέλη Οκτωβρίου εκτελούνται πενήντα όμηροι. Ο Αραγκόν θα περιγράψει σ’ ένα παράνομο κείμενο, που έγινε πασίγνωστο, το μαρτύριό τους.

Ο Ντριέ, γόνος μεσοαστικής οικογένειας, του οποίου ο πατέρας καταλαμβανόταν από κρίσεις υστερίας μπροστά του, προσπαθώντας, να δικαιολογηθεί στην γυναίκα του για τις συνεχείς απιστίες του. Φοιτά στην Ελεύθερη Σχολή Πολιτικών Επιστημών. Μυείται στον έρωτα από πόρνες. Μολύνεται από σύφιλη. Σε όλη του την ζωή ικανοποιεί τις σεξουαλικές του ανάγκες, πληρώνοντας, ενώ νιώθει ένα έντονο αίσθημα μιαρότητας για τον εαυτό του. Οδηγείται στη υπερβολική λατρεία για τις αγνές, νεαρές παρθένες, τις νοσοκόμες και τα κορίτσια καλών οικογενειών. Πολεμά στα Δαρδανέλια και στο Βερντέν. Τραυματίζεται. Μετά τον πόλεμο, περιβεβλημένος με την πολεμική αίγλη, εκδίδεται από τον Γκαλιμάρ. Συχνάζει στους Παρισινούς λογοτεχνικούς κύκλους χάρη στην σύζυγό του, μια Εβραία, χωρίς να τον συνδέει μαζί της η αγάπη και αργότερα την χωρίζει. Επαναλαμβάνει το πατρικό σφάλμα και νιώθει για τον εαυτό του, την ίδια απέχθεια, που ένιωθε για τον πατέρα του.

Το 1934 εκδίδει ένα δοκίμιο με τίτλο Sosialisme  fasiste και προσχωρεί στον ναζισμό. Παρευρίσκεται στο Συνέδριο του Ναζιστικού Κόμματος στην Νυρεμβέργη και επισκέπτεται το Νταχάου. Γίνεται μέλος του Γαλλικού Λαϊκού Κόμματος, που διευθύνει ο δωσίλογος Ντοριώ. Το 1945, μετά την εκτέλεση του Μπραζιγιάκ, άλλου δωσίλογου συγγραφέα, αυτοκτονεί, φοβούμενος ίσως, ότι δεν θα μείνει ατιμώρητος για την προδοσία του.

Ο Ντριέ είχε θελήσει «να πολεμήσει το κακό σε δύο μέτωπα: τον καπιταλισμό και τον κοινοβουλευτικό σοσιαλισμό». Κατά τον Σαρτρ, αυτός και οι όμοιοί του θέλησαν, να σπείρουν την σύγχυση, όσον αφορά την επανάσταση. Θέλησαν, να περάσουν για εξεγερμένοι και επαναστάτες, ενώ ήταν προδότες και καταδότες. Από τέτοιους ήρωες είναι γεμάτα τα έργα του Ντριέ, στα οποία βασιλεύει η βουλιμία του Κακού.

Το όνειδος της κυβέρνησης του Βισύ είναι κάτι, που οι Γάλλοι αποφεύγουν, να θυμούνται. Προτιμούν, να κρύψουν αυτό το κομμάτι της ιστορίας τους κάτω από το χαλί.