Ο Κος Πενθήμερος, 44, από την ρουτίνα, στην ζωή

 

Ο Κος Πενθήμερος, αφού μαγεύτηκε με το ντοκυμαντέρ για την μεγάλη σουρεαλιστική έκθεση στο Παρίσι του 1938, αλλά και αφού ένιωθε πια ένας μάλλον ισορροπημένος άνθρωπος, με τις αντιφάσεις του βέβαια, αλλά και με ορμή και πάθος – κάτι που για το πενθήμερο παρελθόν του ήταν αδιανόητο – αφού είχε ονειρώξεις με την φωνή της σεναριογράφου και παρουσιάστριας του ντοκυμαντέρ, αναγκάστηκε, να ξυπνήσει και να οπλιστεί, όχι πια με υπομονή και καρτερία, αλλά με τα αντίθετά τους, όποια κι’ αν ήταν και όπως και αν τα όριζε το λεξικό.

Αυτός που δεν ονειρεύτηκε ποτέ του, πέρα από το πενθήμερο στο γραφείο της εταιρείας που εργαζόταν, τώρα είχε όνειρα και επιθυμίες, που δεν είχε φανταστεί, ότι θα μπορούσε κάποτε, να έχει. Αφού η φαντασία του ήταν ανενεργή, οι πόθοι του κλειδωμένοι στο βάθος του ασυνείδητου και καθημερινότητά του η επαναλαμβανόμενη ρουτίνα.

Όταν συνάντησε την λέξη σε κάποιο από τα πολλά βιβλία, που είχε προμηθευτεί – αφού εδώ και καιρό, η σειρά των τόμων της ιστορίας του σουρεαλισμού του άνοιξε ποικίλους, αλληλοσυμπλεκόμενους ορίζοντες, μονολόγησε: «Για φαντάσου! Κι’ εγώ που νόμιζα, πως μόνο η ρουτίνα μου ταίριαζε.»

 

Διάβαζε φωναχτά στην ησυχία της νύχτας, που τώρα τον δεχόταν άγρυπνο στην αγκαλιά της, ενώ οι άλλοι, δεμένοι στην μέγγενη μια σκληρής και άδικης για τις ζωές τους πραγματικότητας, προσπαθούσαν, να κοιμηθούν – και όσοι κοιμόντουσαν είχαν τρομερούς εφιάλτες για την ημέρα, που θα ξημέρωνε. Πώς θα τα κατάφερναν, να επιζήσουν, σ’ αυτά τα απάνθρωπα, μνημονιακά χρόνια. Τώρα μάλιστα, που η άρχουσα τάξη ετοιμαζόταν, να στήσει ένα μνημείο των μνημονιακών ετών για να θυμούνται οι πολίτες, από τι γλίτωσαν: την χρεοκοπία, την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, την οικονομική καταστροφή της μεσαίας τάξης. Ενώ οι λίγοι «εκλεκτοί», που ήταν διεφθαρμένοι και ταυτόχρονα υπεράνω υποψίας τάχα. Έτσι παρέμεναν έτη και έτη στα πράγματα, απομυζώντας τον μόχθο των πολλών.

«Πρέπει, να ξαναδώσουμε πάθος και αξία στην ανθρώπινη ζωή, στην ανάγκη κάτω από το πρίσμα εκείνου που πιθανότατα μία μόνο φορά συμβαίνει στον καθένα μας»

Και ακόμα διάβασε, προσπαθώντας, να απομακρύνει τις θλιβερές σκέψεις για την πολιτική και οικονομική κατάσταση, καθώς και τα αποφάγια της περασμένης του ζωής, άλλο ένα απόσπασμα του θαυμαστού Μπρετόν από το « Arcane 17»:

«Σε σχέση με τις λύσεις που απαιτούμε όλοι, η ρουτίνα, ντυμένη ολόκληρη στο βελούδο, είναι πιο απειλητική, η ρουτίνα επωάζει περισσότερη θλίψη, περισσότερο θάνατο από την φανερή ουτοπία. Μπροστά στην απόλυτη ένδεια των ετοιμοπαράδοτων ιδεών θα ήταν καλύτερο να δοθεί σ’ αυτήν την τελευταία κάθε ελευθερία να εκφρασθεί, δημόσια ή όχι»

Ύστερα. Διαβάζει. Την ίδια νύχτα. Και την άλλη, και την άλλη. Σημειώνει. Αντιγράφει πότε-πότε. Δεν σχολιάζει. Δεν υπογραμμίζει. Απολαμβάνει μόνο. Και γράφει μέσα του, αυτός. Μη νοσταλγώντας. Χωρίς τίποτα να θυμάται, τα ρίχνει όλα στη λήθη. Την φλερτάρει. Και έπειτα ξεχνά τ’ όνομά της. Όπως και κείνη δεν τον θυμάται. Η κυρία Λήθη. Άκου όνομα. Ο χρόνος διαρκεί; Περνάει; Δεν θυμάται. Αχρονικά τα χρόνια του. Τα πριν ή τα τώρα. Δες πόσο μάταιο το παιγνίδι. Το παιγνίδι παίζεται… «Το ποίημα δεν ακούει ούτε βλέπει, ξαναδιαβάζεται» ( Ν. Κάλας ). Το ποίημα δεν καταφεύγει, φυγαδεύεται, δεν έρχεται, αλλά ακούει τώρα δα, εδώ που μάλλον βρίσκεται το βήμα του να πλησιάζει. Πλημμυρίζει φως και κίνηση, φως και σιωπή. Νύχτα. Και μιλά. Μιλά μέσα του, να γλυκαθεί λιγάκι. Θέλει επιτέλους. Γλυκαίνεται. Δίχως να καταφεύγει στη νοσταλγία, ψαύει το ποίημα. Διαβάζει: «Ναι, είναι πάντα η γυναίκα που χάθηκε, αυτή που τραγουδάει μέσα στην φαντασία του άνδρα αλλά ύστερα από πόσες προσπάθειες γι’ αυτήν, γι’ αυτόν, πρέπει, να είναι ακόμη η γυναίκα που βρέθηκε πάλι», λέει πάντα ο Μπρετόν στο «Arcane 17».