Ηλίαση (Солнечный удар)

Μετά το γεύμα βγήκαν από τη ζεστά φωτισμένη και λαμπερή τραπεζαρία στο κατάστρωμα και στάθηκαν στην κουπαστή. Εκείνη σφάλισε τα μάτια και, με την ανάποδη της παλάμης ακούμπησε το μάγουλο. Γέλασε μ’ ένα γέλιο απλό, χαριτωμένο -όλα ήταν χαριτωμένα σ’ αυτή την μικροκαμωμένη γυναίκα– λέγοντας:

-Φαίνεται είμαι μεθυσμένη. Από πού ξεφυτρώσατε; Πριν τρεις ώρες ούτε καν υποψιαζόμουν την ύπαρξή σας. Ακόμα δεν ξέρω πού επιβιβαστήκατε. Στη Σαμάρα; Δεν με νοιάζει όμως… Γυρίζει το κεφάλι μου ή στρίβουμε;

Μπροστά τους υπήρχε σκοτάδι και φώτα. Από το σκοτάδι ένα δυνατό αεράκι χτυπούσε το πρόσωπο, ενώ τα φώτα έφταναν από κάπου στο πλάι. Το ατμόπλοιο, έστριψε απότομα -όπως συνηθίζουν στον Βόλγα- και διαγράφοντας ένα πλατύ τόξο πλησίασε στη μικρή αποβάθρα.

Ο υπολοχαγός πήρε το χέρι της και το έφερε στα χείλη του. Το χέρι μικρό και δυνατό μύριζε θάλασσα. Με απόλαυση και τρόμο η καρδιά του σφίχτηκε στη σκέψη ότι θα ήταν το ίδιο γερή και μελαψή κάτω από το λινό φόρεμα μετά από έναν ολόκληρο μήνα που ήταν ξαπλωμένη κάτω από τον ήλιο του Ιουνίου, στη ζεστή θαλασσινή άμμο. (Είπε ότι ερχόταν από την Ανάπα). Ο υπολοχαγός ψέλλισε:

  • Κατεβαίνουμε;
  • Πού, ρώτησε έκπληκτη.
  • Σ’ αυτή την αποβάθρα.
  • Γιατί;

Αυτός σιώπησε. Εκείνη έβαλε πάλι την ανάστροφη του χεριού της στο ζεστό της μάγουλο.

–    Είναι τρέλα…

  • Κατεβαίνουμε; -επανέλαβε επίμονα, -σας ικετεύω…
  • Αχ ναι! Κάντε, όπως θέλετε, είπε παραμερίζοντας.

Το ατμόπλοιο που ταξίδευε με μεγάλη ταχύτητα χτύπησε ελαφρά στη θαμπά φωτισμένη αποβάθρα και αυτοί παρ’ ολίγο να πέσουν ο ένας πάνω στον άλλο. Πάνω από τα κεφάλια τους πετάχτηκε η άκρη του παλαμαριού, το καράβι τραβήχτηκε πίσω, ανατάραξε με θόρυβο τα νερά κι η σανιδόσκαλα άρχισε να τρίζει… Ο υπολοχαγός πετάχτηκε για τα πράγματα.

Σ’ ένα λεπτό πέρασαν δίπλα από το αργόσχολο γραφείο ελέγχου, βγήκαν στη παχιά άμμο και κάθισαν σιωπηλοί στη σκονισμένη αγοραία άμαξα. Η απότομη ανάβαση στο βουνό, ανάμεσα σε αραιά κυρτά φανάρια, με τον δρόμο μαλακό από τη σκόνη, φαινόταν ατελείωτη. Αλλά να! ανέβηκαν, μπήκαν με τραντάγματα στο λιθόστρωτο, εδώ είναι κάποια πλατεία, γραφεία, μια νερομάνα∙ ζέστη και μυρωδιές μιας καλοκαιρινής νύχτας στην επαρχιακή πόλη. Ο αμαξάς σταμάτησε κοντά στη φωτισμένη είσοδο με τις ανοιχτές πόρτες, από την οποία ανέβαινε απότομα μια παλιά ξύλινη σκάλα. Ο αξύριστος γέρος λακές, με την τριανταφυλλιά πουκαμίσα και το μακρύ παλτό, πήρε απρόθυμα τα πράγματα και πέρασε με τα ταλαιπωρημένα πόδια του μπροστά.

Μπήκανε σ’ ένα μεγάλο, μα φοβερά αποπνικτικό, πυρακτωμένο από τον ολοήμερο ήλιο δωμάτιο, με λευκές χαμηλωμένες κουρτίνες στα παράθυρα και δυο αχρησιμοποίητα κηροπήγια στην εταζέρα του καθρέφτη και, μόλις ο λακές έκλεισε την πόρτα, ο υπολοχαγός έτρεξε τόσο ορμητικά προς αυτήν και τόσο παράφορα λαχτάρισαν και οι δυο με το φιλί, που για πολλά χρόνια μετά θα θυμόντουσαν αυτή τη στιγμή∙ ποτέ δεν θα αισθάνονταν κάτι παρόμοιο σ’ όλη τους τη ζωή ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος.

Στις δέκα η ώρα του ηλιόλουστου, ζεστού και ευτυχισμένου πρωινού, με το καμπάνισμα των εκκλησιών, με το παζάρι στην πλατεία μπροστά από το ξενοδοχείο, με τη μυρωδιά του σανού, του κατραμιού, ενός πρωινού παραφορτωμένου και μυρωδάτου –όπως μυρίζει μια ρωσική επαρχιακή πόλη- αυτή η μικροκαμωμένη ανώνυμη γυναίκα, που τελικά δεν είπε τ’ όνομά της και που στ’ αστεία είχε αυτοονομασθεί χαριτωμένη άγνωστη, έφυγε. Κοιμήθηκαν λίγο. Το πρωί όμως βγαίνοντας από το παραβάν που υπήρχε κοντά στο κρεβάτι -αφού πλύθηκε και ντύθηκε σε πέντε λεπτά- ήταν τόσο φρέσκια, όσο μια δεκαεπτάχρονη. Ήταν άραγε ταραγμένη; Όχι, πολύ λίγο… Σαν πρώτα ήταν απλή, χαρούμενη αλλά και προσγειωμένη.

-Όχι, όχι, αγαπητέ, απάντησε στην πρότασή του να ταξιδέψουν πιο πέρα μαζί, όχι, πρέπει να περιμένετε το επόμενο ατμόπλοιο. Αν πάμε μαζί, όλα θα καταστραφούν. Αυτό για μένα θα είναι πολύ δυσάρεστο. Σας δίνω το λόγο της τιμής μου ότι δεν είμαι καθόλου αυτό που μπορεί να έχετε σκεφτεί για μένα. Ποτέ, μάλιστα, τίποτε που να μοιάζει μ’ αυτό, δεν μου συνέβη και δε θα μου ξανασυμβεί. Εγώ θόλωσα… ή σωστότερα ίσως εμείς οι δύο πάθαμε «ηλίαση».

Ο υπολοχαγός συμφώνησε κάπως εύκολα μαζί της. Με ελαφρά και χαρούμενη διάθεση τη συνόδευσε μέχρι την προβλήτα – ακριβώς τη στιγμή της αναχώρησης του ροζ «Σαμαλιότ»[1] -τη φίλησε στο κατάστρωμα μπροστά σε όλους και μόλις που πρόλαβε να πηδήξει από τη σκάλα που είχαν περάσει πριν λίγο.

Έτσι εύκολα, και χωρίς ανησυχία, γύρισε στο ξενοδοχείο. ‘Όμως ήδη κάτι είχε αλλάξει. Το δωμάτιο χωρίς αυτήν φαινόταν εντελώς διαφορετικό. Ήταν γεμάτο από εκείνη, χωρίς εκείνη. Ήταν παράξενο! Ακόμα μύριζε η αγγλική κολώνια της, ακόμα βρισκόταν στο δίσκο το μισοπιωμένο φλυτζάνι της, μα αυτή πια δεν ήταν εκεί… Και η καρδιά του υπολοχαγού ξαφνικά γέμισε με τόση τρυφερότητα, που βιάστηκε να καπνίσει και άρχισε να πηγαινοέρχεται για κάμποσες φορές στο δωμάτιο.

– Παράξενη περιπέτεια! είπε γελώντας δυνατά, νιώθοντας τα μάτια του να γεμίζουν δάκρια. – «σας δίνω το λόγο της τιμής μου ότι δεν είμαι καθόλου αυτό που μπορεί να σκέφτεστε για μένα…» Και έφυγε…

Το παραβάν είχε μετακινηθεί, το κρεβάτι ήταν άστρωτο ακόμα. Και αισθανόταν ότι απλά δεν είχε τη δύναμη να κοιτάζει σ’ αυτό το κρεβάτι. Το έκρυψε με το παραβάν, έκλεισε τα παράθυρα, για να μην ακούει της ομιλίες του παζαριού και το τρίξιμο των τροχών, κατέβασε τα σουρωμένα κουρτινάκια, έκατσε στον καναπέ… Ναι, να και το τέλος αυτής της ταξιδιωτικής περιπέτειας! Έφυγε και πια είναι μακριά. Πιθανόν να κάθεται στο λευκό σαλόνι με τους καθρέπτες ή στο κατάστρωμα και να παρατηρεί τον τεράστιο ποταμό, τον λουσμένο στον ήλιο, τις σχεδίες που ταξιδεύουν αντίθετα, τις κίτρινες αμμουδιές, τα αστραφτερά στο βάθος νερά και τον ουρανό, την απέραντη ευρυχωρία του Βόλγα… Αντίο, για πάντα, ποτέ πια… Γιατί πού θα μπορούσαν πια να συναντηθούν; «Εγώ δεν μπορώ, σκέφτηκε, δεν μπορώ. Στα καλά καθούμενα να πάω σ’ αυτήν την πόλη! Εκεί όπου είναι ο άνδρας της, η τρίχρονη κόρη της και γενικά όλη η οικογένειά της και όλη η καθημερινή της ζωή!». Και αυτή η πόλη του φάνηκε τόσο ασυνήθιστη, τόσο απαγορευμένη, στη σκέψη ότι αυτή θα ζει τη μοναχική της ζωή, συχνά ίσως να τον θυμάται, να θυμάται την εφήμερή τους συνάντηση και ότι αυτός δεν θα την ξαναδεί ποτέ. Η σκέψη αυτή τον εξέπληξε και τον τάραξε. Όχι, αυτό δεν μπορεί να γίνει! Θα ήταν υπερβολικά εξωφρενικό και αφύσικο. –Κι ένιωσε τόσο πόνο και τόσο άχρηστος για όλη την παραπέρα ζωή του χωρίς αυτήν, που τον κυρίευσε φρίκη και απόγνωση.

«Τι διάολο!» –σκέφτηκε, ενώ σηκώθηκε και πάλι άρχισε να περπατάει πάνω-κάτω στο δωμάτιο, προσπαθώντας να μην κοιτάζει στο κρεβάτι πίσω από το παραβάν. Τι μου συμβαίνει; Τι το ιδιαίτερο έχει αυτή, και τι ακριβώς συνέβη; Πραγματικά, ακριβώς κάποια «ηλίαση!» Και πώς θα περάσω όλη τη μέρα χωρίς αυτήν, σ’ αυτή την απομακρυσμένη επαρχία;

Τη θυμόταν ακόμα με ακρίβεια, το παραμικρό της χαρακτηριστικό, θυμόταν που απέπνεε μυρωδιά θάλασσας, το λινό της φόρεμα, το γερό της σώμα, το ζωντανό, απλό και χαρούμενο ήχο της φωνής της… Το συναίσθημα και μόνο ότι είχε απολαύσει όλη τη θηλυκή της χάρη ήταν ακόμα ασυνήθιστα ζωντανό μέσα του, αλλά τώρα ωστόσο το κύριο ήταν αυτό το δεύτερο εντελώς καινούργιο συναίσθημα, το τόσο παράξενο και ακατανόητο, που δεν υπήρχε όσο ήταν μαζί, και το οποίο δεν θα μπορούσε να προβλέψει χθες που άρχισε αυτό, αφού πίστευε ότι ήταν μόνο μια διασκεδαστική γνωριμία για την οποία δε θα ξαναμιλούσε! –«Και κυρίως, σκέφτηκε, αφού ποτέ δεν θα της μιλήσεις! Και τι να κάνεις για να περάσεις αυτή την ατέλειωτη μέρα με όλες αυτές τις αναμνήσεις, αυτό το δυσβάσταχτο βάσανο σε μια ξεχασμένη από το θεό κωμόπολη, κατά μήκος του λαμπερού Βόλγα που τώρα την ταξιδεύει αυτό το ροζ ατμόπλοιο!»

Έπρεπε να σωθεί, με κάτι ν’ απασχοληθεί, ν’ αποσπάσει τον εαυτό του, κάπου να πάει. Φόρεσε αποφασιστικά το πηλήκιό του, πήρε το μπαστούνι του, διάβηκε γρήγορα τον άδειο διάδρομο κουδουνίζοντας τα σπιρούνια του, έτρεξε από την κυρτή σκάλα στην έξοδο… Ναι, αλλά πού να πάει; Κοντά στην έξοδο καθόταν ο αμαξάς, ένας νέος με περιποιημένο πανωφόρι που κάπνιζε ήσυχα. Ο υπολοχαγός έριξε ένα βλέμμα χαμένο και έκπληκτο. Πώς είναι δυνατόν να κάθεται τόσο ήρεμος στο κάθισμα του αμαξιού, να καπνίζει και να είναι γενικά τόσο απλός, ξένοιαστος και αδιάφορος; Πραγματικά είμαι ο μοναδικός τόσο φοβερά άτυχος σ’ αυτή την πόλη, σκέφτηκε, ενώ πήγαινε στην αγορά.

Η αγορά ήδη διαλυόταν. Για κάποιο λόγο, πήγε προς τη φρέσκια κοπριά ανάμεσα στα κάρα, ανάμεσα σε κάρα με αγγούρια, ανάμεσα σε καινούργιες γαβάθες και πήλινες χύτρες και χωριάτισσες καθισμένες στη γη που τον προσκαλούσαν μέσα σε χάβρα, έπαιρναν στα χέρια τους τις χύτρες, τις χτυπούσαν με τα δάχτυλα δείχνοντας την ποιότητά τους, οι μουζίκοι τον ξεκούφαιναν, του φώναζαν: «Εδώ! Εξοχότατε πρώτη ποιότητα αγγούρια!» Όλο αυτό ήταν τόσο βλακώδες και ανόητο, γι’ αυτό έτρεξε έξω από την αγορά. Μπήκε στην εκκλησία, όπου ήδη έψελναν δυνατά, χαρούμενα και αποφασιστικά με συνείδηση εκπληρωμένου καθήκοντος, μετά βάδισε πολύ, στριφογύρισε σ’ ένα μικρό, ζεστό και σκονισμένο κηπάκι κοντά στο φαράγγι ανάμεσα στα βουνά, πάνω από το απέραντο λαμπρό πλάτος του ποταμού που έμοιαζε μεταλλικός… Οι επωμίδες και τα κουμπιά του αμπέχονού του ήταν τόσο καυτά, που δεν μπορούσε να τ’ αγγίξει. Το μέρος του πηλήκιού που εφάρμοζε στο κεφάλι του ήταν υγρό από ιδρώτα, το πρόσωπο του φλεγόταν… Γυρίζοντας στο ξενοδοχείο, πέρασε με ανακούφιση στη μεγάλη, άδεια, δροσερή τραπεζαρία στον κάτω όροφο, με απόλαυση έβγαλε το πηλήκιο και κάθισε στο τραπεζάκι, κοντά στο ανοιχτό παράθυρο που έφερνε ζέστη αλλά μολοντούτο φυσούσε κι αέρας και παράγγειλε κρύα παντζαρόσουπα… Όλα ήταν καλά, στα πάντα υπήρχε μια απέραντη ευτυχία, μια πολύ μεγάλη χαρά. Ακόμα και σ’ αυτή την κάψα και σε αυτές τις μυρωδιές της αγοράς, όλα σε αυτή την άγνωστη κωμόπολη και όλα σε αυτό το παλιό επαρχιακό ξενοδοχείο ήταν αυτή, και παρόλ’ αυτά η καρδιά ξεσχίστηκε σε κομμάτια. Ήπιε μερικά σφηνάκια βότκα, τσίμπησε ελαφρά αλατισμένα αγγουράκια τουρσί με άνηθο και σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να πεθάνει αύριο, αν γινόταν τουλάχιστον κάποιο θαύμα να την έφερνε πίσω, να περάσει μαζί της ακόμα μια μέρα, τούτη τη μέρα –μόνο για να της εκφράσει, να της αποδείξει, να την πείσει πόσο εκστατικά και βασανιστικά την αγαπάει! Γιατί να το αποδείξει; Για ποιο πράγμα να την πείσει; Δεν ήξερε, αλλά αυτό ήταν σημαντικότερο και από την ίδια του τη ζωή.

-Έχουν διαλυθεί εντελώς τα νεύρα μου! –είπε, βάζοντας το πέμπτο σφηνάκι βότκας.

Παραμέρισε την παντζαρόσουπα, ζήτησε έναν σκέτο καφέ και άρχισε να καπνίζει και να σκέφτεται με ένταση. Τι να κάνει τώρα; Πώς να λυτρωθεί από αυτή την αναπάντεχη, την απροσδόκητη αγάπη; Όμως ήταν αδύνατο να λυτρωθεί –την ένοιωθε υπερβολικά ζωντανή! Και, ξαφνικά, σηκώθηκε πάλι στα γρήγορα, πήρε το πηλήκιο και το μπαστούνι του και, ρωτώντας πού είναι το ταχυδρομείο, πήγε βιαστικά εκεί με έτοιμη τη φράση στο μυαλό του για το τηλεγράφημα: «όλη μου η ζωή από σήμερα για πάντα και μέχρι το θάνατο είναι δική σας, είναι στη δική σας εξουσία». Φτάνοντας όμως στο παλιό γεροκτισμένο κτήριο, όπου βρισκόταν το ταχυδρομείο, σταμάτησε με φρίκη: ήξερε την πόλη που ζούσε, ήξερε ότι έχει άνδρα και μια τρίχρονη κόρη, δεν ήξερε όμως το επίθετό της, ούτε το όνομά της! Χθες τη ρώτησε μερικές φορές την ώρα του γεύματος και μετά στο ξενοδοχείο και κάθε φορά αυτή γελούσε κι έλεγε:

-Και γιατί σας χρειάζεται να ξέρετε ποιά είμαι, πώς λέγομαι;

Στη γωνία, δίπλα στο ταχυδρομείο, υπήρχε η βιτρίνα ενός φωτογραφείου. Για πολύ ώρα παρατηρούσε το μεγάλο πορτραίτο κάποιου στρατιωτικού με πυκνοπλουμισμένες επωμίδες, με γουρλωτά μάτια και μικρό μέτωπο, με υπέροχες φαβορίτες και ένα ευρύτατο θώρακα καταστόλιστο με παράσημα… Πόσο εξωφρενικά και τρομερά είναι όλα τα καθημερινά και τα συνηθισμένα όταν η καρδιά είναι λαβωμένη, -ναι, λαβωμένη! τώρα το κατάλαβε -από αυτή την «παράξενη ηλίαση», από αυτή την υπερβολικά μεγάλη αγάπη, από αυτή την υπερβολικά μεγάλη ευτυχία! Έριξε μια ματιά στο νεόνυμφο ζευγάρι – ένας νεαρός άνδρας με μακρύ παλτό και άσπρη γραβάτα, με ψαλιδισμένα όρθια μαλλιά, αλύγιστος, που τον κρατούσε αγκαζέ η κοπέλα με το νυφικό- έστριψε τα μάτια του στο πορτραίτο κάποιας χαριτωμένης και ζωηρής δεσποινίδας με φοιτητικό κασκέτο βαλμένο λοξά… Κατόπιν, καταπονημένος από βασανιστική ζήλια για όλους αυτούς τους άγνωστους που δεν υπέφεραν, άρχισε με προσπάθεια να παρατηρεί στο βάθος του δρόμου.

-Πού να πάει; Τι να κάνει;

Ο δρόμος ήταν εντελώς άδειος. Όλα τα σπίτια ήταν όμοια. Άσπρα, διώροφα σπίτια εμπόρων με μεγάλους κήπους που ήταν σαν να μην υπήρχε ψυχή. Λευκή πηχτή σκόνη απλωνόταν στο λιθόστρωτο, κι όλο αυτό έλαμπε εκτυφλωτικά. Εδώ τα πάντα ήταν πλημμυρισμένα από τον καυτό και φλογερό ήλιο, αλλά έμοιαζε σαν να είναι άχρηστος. Στο βάθος ο δρόμος ανέβαινε, καμπούριαζε και σαν να ακουμπούσε στον ανέφελο, με γκριζωπές αντανακλάσεις, ουρανό. Σ’ αυτό υπήρχε κάτι από το νότο, κάτι που θύμιζε περισσότερο τη Σεβαστούπολη, το Κερτς… την Ανάπα και του ήταν ιδιαίτερα αφόρητο. Και ο υπολοχαγός με σκυμμένο κεφάλι, μισοκλείνοντας τα μάτια στο φως, με συγκεντρωμένο το βλέμμα στα πόδια του, κλονισμένος, σκουντουφλώντας, μπλέκοντας τα σπιρούνια του, πήρε το δρόμο της επιστροφής.

Γύρισε στο ξενοδοχείο με τόσο μεγάλη κούραση, ακριβώς σαν να είχε διασχίσει μια τεράστια απόσταση κάπου στο Τουρκεστάν ή στη Σαχάρα. Συγκεντρώνοντας τις τελευταίες του δυνάμεις, μπήκε στο μεγάλο άδειο δωμάτιό του. Ήταν τακτοποιημένο, δεν υπήρχαν πια ίχνη της, μόνο μια φουρκέτα ήταν ξεχασμένη στο κομοδίνο! Έβγαλε το αμπέχονο και κοίταξε τον εαυτό του στον καθρέφτη: ένα συνηθισμένο πρόσωπο στρατιωτικού, ταλαιπωρημένο από το ηλιόκαμα με ασπριδερά ξεθωριασμένα από τον ήλιο μουστάκια και μάτια σε ανοιχτό γαλάζιο, που από τον καύσωνα φαίνονταν ακόμα πιο ανοιχτά και που τώρα είχαν μια ταραγμένη, τρελή έκφραση, κάτω όμως  από το άσπρο λεπτό πουκάμισο με τον όρθιο κολλαρισμένο γιακά υπήρχε κάτι το νεανικό και βαθιά δυστυχισμένο. Έπεσε στο κρεβάτι ανάσκελα, ακούμπησε τις σκονισμένες μπότες του παράμερα. Τα παράθυρα ήταν ανοιχτά, τα κουρτινάκια χαμηλωμένα, ένα ελαφρό αεράκι από καιρό σε καιρό τα φούσκωνε και έφερνε στο δωμάτιο την κάψα των πυρωμένων μεταλλικών στεγών και όλον αυτόν τον φωτεινό και εντελώς εγκαταλειμμένο σιωπηλό κόσμο του Βόλγα. Ήταν ξαπλωμένος, έχοντας τα χέρια κάτω από τον αυχένα, και κοίταζε μπροστά. Μετά έσφιξε τα δόντια, έκλεισε τα βλέφαρα και αισθάνθηκε να κατεβαίνουν δάκρια στα μάγουλά του, τέλος κοιμήθηκε και όταν άνοιξε πάλι τα μάτια, πίσω από τα κουρτινάκια φαινόταν ο βραδινός κιτρινοκόκκινος ήλιος. Ο αέρας είχε καλμάρει, το δωμάτιο ήταν στεγνό και πνιγηρό σαν φούρνος… Και η χθεσινή μέρα και το σημερινό πρωινό βρίσκονταν στη θύμησή του σαν να είχαν συμβεί πριν δέκα χρόνια.

Σηκώθηκε χωρίς βιάση, πλύθηκε χωρίς βιάση, ανέβασε τα κουρτινάκια, χτύπησε το κουδουνάκι και ζήτησε σαμοβάρι και λογαριασμό και για πολύ ώρα έπινε τσάι με λεμόνι. Μετά διέταξε να έρθει ο αμαξάς για να πάρει τα πράγματα και, ενώ καθότανε στο κίτρινο, ξεθωριασμένο κάθισμα του αμαξιού, έδωσε στον λακέ πέντε ολόκληρα ρούβλια.

-Ξέρετε, εξοχότατε, εγώ σας μετέφερα το βράδυ! –είπε χαρούμενα ο αμαξάς παίρνοντας τα γκέμια.

Όταν κατέβηκαν στην προβλήτα, η νύχτα πάνω από τον Βόλγα είχε μελανιάσει. Ήταν μια σκοτεινή καλοκαιρινή νύχτα και ήδη πολλά παρδαλά φωτάκια ήταν διασκορπισμένα, ενώ άλλα κρέμονταν στα κατάρτια του ατμόπλοιου που προσέγγιζε.

– Σας έφερα στην ώρα σας! –του είπε γαλίφικα ο αμαξάς.

Ο υπολοχαγός έδωσε και σ’ αυτόν πέντε ρούβλια, πήρε το εισιτήριο και πέρασε στη σκάλα… Όπως και χθες, υπήρχε ένα μικρό τράνταγμα που του προξένησε αστάθεια και μια ελαφριά ζάλη,  μετά ήταν ο θόρυβος από την άκρη του παλαμαριού που πετούσε, που φούσκωσε τα νερά μπροστά του, σπρώχνοντας πάλι πίσω το ατμόπλοιο… Κι όλα παντού τού φαίνονταν ασυνήθιστα πρόσχαρα, η πολυκοσμία του ατμόπλοιου, οι φωτισμένες και μοσχοβολιστές κουζίνες.

Σε λίγο ανάπλευσαν προς τα εκεί που την είχε πάρει το πλοίο εκείνο το πρωινό.

Το καλοκαιρινό σούρουπο έσβηνε μακριά στο βάθος μισοσκότεινα και νυσταλέα, ιριδίζοντας στο ποτάμι, και κάπου μακριά τρεμόπαιζαν μέσα στο νερό τα φώτα που αντανακλούσαν. Και μέσα σε αυτό το σούρουπο έτρεχαν, έτρεχαν αντίθετα τα φώτα που ήταν διασκορπισμένα στη σκοτεινιά ολόγυρα.

Ο υπολοχαγός καθόταν στο κατάστρωμα νιώθοντας ότι είχε γεράσει δέκα χρόνια.

 

[1] Αεροπλάνο

ΜΕΤΦ. ΕΛΕΝΗ ΚΑΤΣΙΩΛΗ