Τώρα τι λες;

Τον πλύνατε το νεκρό;

Του κλείσατε και τα δύο του μάτια;

Τον θάψατε το νεκρό;

Τον εγκαταλείψατε;

Τον φιλήσατε το νεκρό;

Αναρωτιόταν ο Χάρολντ Πίντερ, άρρωστος από καρκίνο, σε αναπηρικό καρότσι – σαν τραυματίας πολέμου – στην ομιλία της απονομής σ’ αυτόν, του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2005. Ήταν τότε που η Σουηδική Ακαδημία επέτρεψε ν’ ακουστεί στον κόσμο ένας λόγος ανέλπιστα οξύς, εύρυθμος και ίσως, αν τα πράγματα δεν έρχονταν  έτσι καθώς ήρθαν, αυτονόητος. Όμως καθόλου τα πράγματα δεν ήρθαν όπως θα ‘πρεπε, γιατί ο Μπους, υιός, με πρόσχημα και άλλοθι την 11η Σεπτεμβρίου 2001 εκστράτευσε εναντίον των εχθρών της ανθρωπότητας, αλλά και της παγκόσμιας τάξης και ασφάλειας και τους κατατρόπωσε. Για να μπορούμε όλοι εμείς σήμερα, ύστερα από τόσες εισβολές, σε τόσες βάρβαρες χώρες, με τόσους εχθρούς νεκρούς για πάντα, να κοιμόμαστε ήσυχοι, ασφαλείς και χρεωκοπημένοι  από ολα ηθική, συναισθήματα, ιδεολογία…

Κι ας φώναζε ο Πάμπλο Νερούδα

«και με ρωτάτε γιατί τάχα η ποίησή μου

Δε σας μιλά για όνειρα και φύλλα για τα τρανά ηφαίστεια τις πατρικής μου γης;

Ελάτε να δείτε το αίμα στους δρόμους

Ελάτε να δείτε το αίμα στους δρόμους»

Και ο Πίντερ και ο Νερούδα χωρίς να έχουν διαβάσει Μανώλη Αναγνωστάκη επαναλάμβαναν και σ’ αυτή και σε όποια περίπτωση ή κατάσταση χρειαζόταν

το θέμα είναι τώρα τι λες

ιδού ένα αμείλικτο ερώτημα:

«το θέμα είναι τώρα τι λες

Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε

καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ

μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας

το θέμα είναι τώρα τι λες»

Για την εποχή της αδιαφορίας τι λες; Για την εποχή της εποχής της άγνοιας που τα πράγματα έφτασαν στο σημείο να μην μπορούμε αν ζήσουμε με αξιοπρέπεια,  ή και χωρίς αυτήν, αφού στερούμεθα βασικών αγαθών, βασικών απαντήσεων, βασικών αναγκών;

Τι λες; Για της εποχή που οι απολυμένοι της France Telecom αυτοκτονούν μαζικά, αφού υποχρεώνονται σε απόλυση, οι κάτοικοι της Αϊτής πεθαίνουν από έναν ισχυρό σεισμό παντελώς αβοήθητοι και οι Η.Π.Α γίνονται ο αυτόκλητος – με το αζημίωτο – σωτήρας τους;

Για την επικείμενη χρεωκοπία μια χώρας όπως η Ελλάδα, που ανήκει στη ζώνη του Ευρώ, και υποχρεώνεται, προκειμένου να μην χρεοκοπήσει, να δανειοδοτηθεί πληρώνοντας τα σπασμένα κυβερνήσεων, Ολυμπιακών Αγώνων,  κατασπατάλησης του δημοσίου χρήματος, φοβερών σκανδάλων που δεν θα φτάσουν ποτέ στη δικαιοσύνη, πολυεθνικών χρηματιστηριακών εταιρειών που λυμαίνονται ανεξέλεγκτα  ολόκληρο το οικονομικό καπιταλιστικό σύστημα του δυτικού κόσμου;

Για τους νέους με μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών και γλωσσομάθεια που υποχρεώνονται να φυτοζωούν, να συμβιβάζονται και να σκύβουν, να σκύβουν, να σκύβουν.

Τι λες για τα πρέπει και τα μη και τα δεν και τα προσαρμόσου, συμβιβάσου «για το καλό σου παιδί μου», που απευθύνουν γονείς και κηδεμόνες. Για τα αυτονόητα τι λες; Τώρα που καταργούνται και βγαίνουν από τα λεξικά, για τους μετρημένους στα δάχτυλα διαδηλωτές στις αλλεπάλληλες, παλαιότερα, διαδηλώσεις για το ασφαλιστικό, τι λες; Για όσους σβήνουν τα όνειρά τους και ευνουχίζουν τη σεξουαλικότητά τους στα chats, στα facebook, τι λες; Για «την τρύπα που ροκανίζει το κρανίο του κόσμου» και δέχεται ο κάθε πολίτης αδιαμαρτύρητα ό,τι ποτέ δεν μπορούσε να φανταστεί, ότι θα έρθει η ώρα να το υποστεί;

Λοιπόν τι λες; Για τα σκουπίδια που σε ταΐζουν και ακριβοπληρώνεις την ανακύκλωσή τους, για τα πανάκριβα βιολογικά προϊόντα και τις υπηρεσίες που μόνο ευκατάστατοι οικονομικά μπορούν να αγοράσουν; Τι λες για την ταξική δομή της κοινωνίας και τις ανακατατάξεις των κοινωνικοοικονομικών τάξεων, για τους αγωνιστές, τους εξεγερμένους, που ή σκοτώθηκαν ή εκτελέστηκαν ή σώπασαν, για τους διανοούμενους που συναγελάζονται με την εξουσία και μιλούν σιβυλλικά προλέγοντας ένα ζοφερό μέλλον, σε κείμενα και διαλέξεις αμίμητης ακατανοησίας, τι λες;

Για τους ταγούς σου, τους μπροστάρηδες και τους επικαρπωτές της εξουσίας; Τους «μαστροπούς ποιητές», γιατί δεν μπορείς να ανασάνεις ενώ η τεχνολογία τρέχει κι εξελίσσεται αδιάκοπα;

Γιατί δεν γελάς πια παρά με το μισό σου πρόσωπο, με το μισό σου χείλι, γιατί βρίσκονται όλοι κλεισμένοι στη μοναξιά τους και δεν διψούν για τον άλλον;

Γιατί όλοι φοβούνται και τρέμουν και αναδιπλώνονται;

Γιατί;

Γιατί επιτέλους τώρα δεν ρωτιέσαι, δεν αναρωτιέσαι; Αφού ο φόβος πέρασε στο DNAσου και φοβάσαι να ξυπνήσεις, να περπατήσεις, να σκεφτείς, να πεις, να πράξεις, να ζήσεις;

Γιατί όλα τα ρήματα μπήκανε στη  μαύρη λίστα;

Γιατί ο πολίτης, λέξη κάποτε με περιεχόμενο, έγινε ένα αποστειρωμένο ον χωρίς σημασία, χωρίς ουσία, χωρίς δράση, χωρίς αντίδραση;

Ω! Πόσα ερωτήματα!

Όλα χωρίς απάντηση! Πώς να απαντηθούν; Αφού αντί για ερωτήσεις διαδραματίζονται μόνο τραγωδίες, δράματα, δισταγμοί, κίνδυνοι, φόβος, σκότος, ψόφος.

Κι εσύ τώρα τι λες;

«Αντιστάσου σ’ αυτόν…» Κραύγαζε κάποτε ο Μιχάλης Κατσαρός.

«Αντισταθείτε σ’ αυτόν που λέει καλά είμαι εδώ…»

«Τώρα που οι ποιητές πέθαναν όλοι νέοι»

Κι εμείς αγκιστρωθήκαμε στο ψυχρό γαλάζιο της συσκευής, στις οθόνες της πλήξης και της κατάθλιψης, τι να ρωτήσουμε, ποιόν, τις πταίει, το ριζικό μας, η μοίρα, ο Θεός που μας μισεί, το κρασί, το κεφάλι το κακό μας;

Και οι ερωτήσεις τι χρειάζονται «σ’ ένα μικρόψυχο καιρό»;

«Περασμένα μεσάνυχτα τέτοια σιωπή δεν την ξαναθυμάμαι σαν να ‘ναι ακατοίκητη η γη», λέει και ξαναλέει στο μαγνητόφωνο ο γέρο-Κραπ στο μονόπρακτο του Σ. Μπέκετ.

Αυτός είναι ο τελευταίος ρόλος που υποδύθηκε ο, και ηθοποιός, Χάρολντ Πίντερ, πάντα στο ίδιο αναπηρικό καροτσάκι, όπως δηλαδή παρουσιάστηκε στο λόγο του στη Σουηδική Ακαδημία, αφού ήταν άρρωστος, αλλά και τραυματίας από τις αλλεπάλληλες εισβολές των λεγεώνων του δυτικού κόσμου, εναντίον των βαρβάρων.

Ωστόσο σ’ ένα ζοφερό τοπίο, σε μια σκηνοθεσία μαύρου θεάτρου, στην άβυσσο του νου, πριν φτάσουμε στα όρια της σιωπής, τι δεσπόζει;

Ό,τι πάντα, πάντοτε, ξανά : η ανθρώπινη βλακεία σε αμύθητες ποσότητες, απύθμενο βάθος, να γίνεται καθημερινό, επί καιρώ μέγα ζήτημα το διαζύγιο της μιας τηλεοπτικής persona κι ενός μεγαλοστελέχους τηλεοπτικού καναλιού, ένα πορνό DVD της Τζούλιας Αλεξανδράτου.

Κοιτώντας την κλειδαρότρυπα δεν βλέπουμε παρά την ευήθεια, την ανία, την πλήξη, τόσο που η μόνωση μεγαλώνει και σε τυλίγει ένα σύννεφο σιωπής, που ουδέποτε είχες φανταστεί.

Έτσι που το ερώτημα «τώρα τι λες» εξανεμίζεται στους τέσσερις ανέμους, όταν όλα σε ζώνουν από παντού. Ακριβώς τη στιγμή που το ερώτημα αποκτά κεφαλαιώδη σημασία.

Όταν δεν μένει πλέον καιρός.

Γιατί ως γνωστόν οι καιροί ουδέποτε περιμένουν.

Στον καιρό του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, στην εποχή των δολοφόνων, στην απίστευτη συνενοχή μας, σε ό,τι τεκταίνεται σε βάρος μας, περιττεύει να ρωτήσει κανείς «τώρα τι λες;», γιατί το μόνο που έχει να κάνει είναι ν’ απαντήσει τώρα, όχι μ’ ένα ξέσπασμα, όχι με μια θυμωμένη αντίδραση, όχι με αγανακτισμένες κραυγές, αλλά μέσα από τις συλλογικότητες, σαν πολίτης, σαν άνθρωπος σκεπτόμενος το μέλλον που ετοιμάζουμε στα παιδιά μας. Κι αυτό δεν είναι ενοχή, γιατί αυτή μας οδήγησε εδώ, δεν είναι πολιτικάντικη τακτική, δεν είναι… Είναι πλέον καιρός, τώρα, να αντιδράσουμε.

Y.Γ. 22 – 7 – 2014

Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε λίγο μετά το Μάιο του 2010. Δυστυχώς όμως ο συντάκτης του – και όχι μόνον αυτός – τέσσερα χρόνια μετά, διαπιστώνει την αδήριτη επικαιρότητά του.

Τώρα που σοβεί η εισβολή στη Γάζα. Τώρα που καταρρίπτονται αεροπλάνα με 300 επιβάτες στο άλλο μέτωπο, της Ουκρανίας. Και άλλα ων ουκ έστιν αριθμός.