Το ορυχείο

Όλα πηγαίνανε καλά στο Γυαλί εκείνο το καλοκαίρι. Τόσο εγώ όσο και οι δύο φίλες μου ήμαστε ευχαριστημένες από τη φιλοξενία των παλιών μας φίλων, του Άλκη και της γυναίκας του της Τζένης. Εκείνος εργαζόταν ως μεταλλειολόγος στο τοπικό ορυχείο κι εκείνη διάβαζε τα μαθήματα που χρωστούσε στο πανεπιστήμιο. Ο Άλκης μας πήγαινε για μπάνιο με το τζιπ του ορυχείου κι η Τζένη μας δάνειζε το ποδήλατό της για να κάνουμε καμιά βόλτα. Ήταν ένα αξιαγάπητο ζευγάρι, με μοντέρνες ιδέες, συχνά πρωτοποριακές. Μαζί ή χωριστά είχαν δει πολλά σε διάφορα μέρη του κόσμου κι είχαν διαβάσει πολύ, λογοτεχνία, ιστορία, φιλοσοφία. Από τις συζητήσεις που κάναμε οι πέντε μας, καθισμένοι στη βεράντα της βίλας όπου μέναμε, κατάλαβα πως μολονότι ήταν μια εικοσαετία νεότεροί μου, είχαν βιώσει σχεδόν τα πάντα. Ένα φεγγάρι μάλιστα έζησαν σε κάποιο κοινόβιο στη Γαλλία. Η γνώση του κόσμου τους έκανε απρόσμενα ήρεμους, γλυκούς μπορώ να πω, σε σημείο που τους ζήλευα, εγώ που βασανιζόμουν από το καθημερινό άγχος και τα άλλα αρνητικά της Αθήνας. Δεν είναι καθόλου υπερβολή αν ισχυριστώ πως η ηρεμία τους είχε μεταδοθεί και σε μένα, μ’ έκαναν να βλέπω τα πράγματα με αισιοδοξία.

Η γαλήνη που βασίλευε στη βίλα έσπασε ξαφνικά με την έλευση στο νησί του Μάκη, ενός φοιτητή, φίλου του ζευγαριού, που κατέφθασε μ’ ένα σακίδιο κι ένα σλίπινγκ-μπαγκ. Τις ώρες που ο Άλκης ήταν απασχολημένος με τη δουλειά του στο ορυχείο, ο Μάκης χανόταν με την Τζένη στις παραλίες και στους γύρω λόφους. Όταν σε μια κουβέντα μας τόλμησα να υπαινιχθώ πως αυτό μπορούσε να ενοχλήσει τον Άλκη, η Τζένη μου απάντησε πως δεν τον νοιάζει, ο Μάκης ήταν καλός φίλος. Μάλιστα μου δήλωσε πως κάποτε κοιμήθηκαν οι δυο τους στο ίδιο κρεβάτι, χωρίς να κάνουν τίποτα και χωρίς αυτό να επηρεάσει τη σχέση με τον άντρα της.

Ο Μάκης ήταν άνθρωπος έξω καρδιά, ευχάριστος στην παρέα, αλλά η συμπεριφορά του με ανάγκασε να αναθεωρήσω τη στάση μου απέναντί του, όταν κάποια στιγμή μου ρίχτηκε ξεδιάντροπα, παρά τη διαφορά ηλικίας. Τον έβαλα στη θέση του, αλλά η απρέπεια του στάθηκε εμπόδιο στη σύσφιγξη της φιλικής μας σχέσης. Στη συζήτηση που ακολούθησε, ο Μάκης μου αποκάλυψε ότι μόλις τον άφησε η μνηστή του, γι’ αυτό ήρθε στο νησί. Ομολόγησε πως δεν ήταν η πρώτη φορά που του είχε φύγει, το είχε ξανακάνει, μα πάντα γύριζε κοντά του. Την είχε διαβεβαιώσει ότι δεν θα τον στενοχωρούσε αν κοιμόταν σποραδικά με άλλους, δεν ήθελε όμως να τον εγκαταλείψει. Αυτή τη φορά η κοπέλα φαίνεται πως βρήκε σε κάποιον άλλον άντρα το μεγάλο πάθος.

Είχα κάθε λόγο να ταχθώ με το μέρος του Άλκη, έμεινα όμως κατάπληκτη όταν μια μέρα ανακάλυψα ότι το ζευγάρι και ο φίλος τους κοιμόνταν μαζί στο διπλό κρεβάτι. Κι αυτό συνέβαινε ενώ στο διαμέρισμά τους υπήρχε κι άλλο κρεβάτι. Ούτε εγώ ούτε οι φίλες μου τολμήσαμε να σχολιάσουμε ενώπιον των ενδιαφερομένων τα τεκταινόμενα τα οποία -δεν ντρέπομαι να πω-, μας σκανδάλισαν. Μιλούσαμε όμως γι’ αυτά μόνο μεταξύ μας. Τι πιο απλό από το να υποθέσουμε πως είχαμε ενώπιόν μας ένα τρίγωνο από εκείνα που αποκαλούνται ιψενικά;

Οι μέρες περνούσαν χωρίς να συμβαίνει τίποτα το ιδιαίτερο, ενώ ο Μάκης που κυκλοφορούσε εντελώς γυμνός στους κοινόχρηστους χώρους δέχτηκε την ευγενική παρατήρησή μου και αναγκάστηκε να φοράει ένα σορτσάκι. Αλλά και η Τζένη έγινε πιο ευπρεπής, διότι παρασυρμένη από την ελευθεριότητα του Μάκη κυκλοφορούσε στη βίλα ημίγυμνη μόνο με το κάτω μέρος του ντε πιες μαγιό της. Σε αυτή την προσπάθεια εξευγενισμού της αμφίεσης τους είχαμε ως συμπαραστάτη τον Πάνο, φίλο του Άλκη, έναν μηχανολόγο με συντηρητικές αρχές που φιλοξενούνταν επίσης στη βίλα. Αυτός κυκλοφορούσε μ’ ένα μαχαίρι στην κωλότσεπη και συχνά ανέβαινε στη μηχανή του τραβώντας προς κάποια ακτή, για να βγάλει χταπόδια και αχινούς. Λέω με συντηρητικές αρχές για να τονίσω την αντίθεση των ιδεών του με τις πράξεις του, δεδομένου ότι, ενώ σχετιζόταν με παντρεμένες γυναίκες, όταν η ερωτική του σύντροφος πήγε μ’ έναν παντρεμένο, ενοχλήθηκε σφόδρα, μάλιστα χαρακτήρισε την πράξη της ανήθικη. Ο Πάνος έλεγε πως ήθελε να παντρευτεί γιατί του άρεσε η οικογένεια και τα παιδιά, αλλά το ανέβαλλε συνεχώς επειδή έτρεφε φόβο για τις γυναίκες. Φοβόταν πως αν έπαιρνε απελευθερωμένη θα ΄κανε τα ίδια και μετά το γάμο τους, ενώ αν παντρευόταν παρθένα κανείς δεν θα μπορούσε να του εγγυηθεί ότι κι αυτή δεν θα συνδεόταν ερωτικά με άλλους.

Αυτοί οι τέσσερις παράξενοι άνθρωποι αποτελούσαν τη συντροφιά μας στο νησί. Ήταν όλοι τους άριστοι συζητητές και περνούσαμε όμορφα μαζί τους, αλλά εμείς συμπαθούσαμε περισσότερο τους εργάτες του ορυχείου, οι οποίοι έρχονταν στη βίλα για να δουν τον Άλκη. Επρόκειτο για απλούς, μη εγγράμματους νησιώτες που έβγαζαν προς τα έξω μια φυσική αγνότητα. Ανάμεσά τους ξεχώριζε ένας πρώην μηχανικός του εμπορικού ναυτικού, τον οποίο είχε παρατήσει η γυναίκα του, αφού του ΄φαγε την περιουσία του και ό,τι λεφτά είχε μαζέψει από τα καράβια. Επίσης είχαμε συμπαθήσει έναν εργάτη ο οποίος ζούσε εκεί ευτυχισμένος με την οικογένειά του. Έπαιρνε συχνά τηλέφωνο τη γυναίκα του από τη δουλειά και αν δεν την έβρισκε στο σπίτι για ν’ ακούσει τα φωνή της του ερχόταν να σκάσει.

Το γεγονός που με συγκλόνισε συνέβη τη νύχτα που πήγαμε όλοι μαζί στη Νίσυρο με το πλοιάριο του ορυχείου. Φάγαμε, ήπιαμε, χορέψαμε σε μια ντισκοτέκ και διασκεδάσαμε αρκετά, έπειτα από πολλές μέρες αυστηρής καλογερικής ζωής στο Γυαλί. Το πλοιάριο όμως λόγω της ξαφνικής θαλασσοταραχής δεν σαλπάρισε. Εμείς, ψόφιες από την κούραση, ξαπλώσαμε σε κάτι πολυθρόνες, ώσπου να κοπάσει η θάλασσα και προσπαθήσαμε να κοιμηθούμε. Επειδή το πλοιάριο μποτζάριζε, δεν τα καταφέραμε. Αργότερα, ήρθε και το ζευγάρι ελαφρώς μεθυσμένο και μετά ο Πάνος, αρκετά νηφάλιος. Τελευταίος ήρθε ο Μάκης, ο οποίος μην μπορώντας να ανεβεί τη μικρή σκάλα που συνέδεε τη στεριά με το σκάφος, γλίστρησε κι έπεσε στο νερό. Όντας σε κακά χάλια, προσπαθούσε μάταια να ανεβεί στο πλοιάριο, χτύπησε μάλιστα στο πρόσωπο και το αίμα έτρεχε στο μέτωπό του.

Μόλις η Τζένη τον είδε σε αυτή την κατάσταση, ταράχτηκε, βοήθησέ τον, φώναξε στον άντρα της.

Ο Άλκης όμως αδιαφόρησε εντελώς για το φίλο του. Ας τον, μπορεί να τα καταφέρει και μόνος του, της είπε.

Παρακολουθούσα όλη τη σκηνή με προσοχή και πρόσεξα μια σκιά μίσους στα μάτια του Άλκη καθώς αντάλλαξε με τη γυναίκα του αυτές τις λίγες λέξεις. Έμεινα κατάπληκτη. Βλέποντας τον κίνδυνο, η Τζένη στράφηκε στον Πάνο, ο οποίος σηκώθηκε αμέσως να βοηθήσει έστω και απρόθυμα το φίλο τους.

Ο Μάκης κατάφερε να ανεβεί στο πλοιάριο κι η Τζένη έκανε ό,τι μπορούσε για να τον συνεφέρει, κάτω από το αδιάφορο βλέμμα του Άλκη και τη βαριεστημένη ματιά του Πάνου. Ο παρ’ ολίγον πνιγμένος βολεύτηκε σε μια πολυθρόνα, εντελώς εξουθενωμένος, ενώ η Τζένη τον σκέπασε με το μπουφάν του άντρα της. Ο Άλκης τότε κατσάδιασε τη γυναίκα του, πράγμα που προκάλεσε έναν αναπόφευκτο συζυγικό καβγά. Τα πράγματα οξύνθηκαν όταν ο Άλκης επιχείρησε να βγάλει το μπουφάν από τον Μάκη, οπότε οι δύο άντρες πιάστηκαν στα χέρια. Πάνω στην πάλη, ο Άλκης έπεσε στη θάλασσα, αλλά επειδή ήταν επιδέξιος δεν χρειάστηκε πολλή ώρα για να ξανανεβεί στο πλοιάριο, χωρίς τη βοήθεια κανενός.

Το πρωί η θάλασσα είχε μπουνατσάρει και το πλοιάριο σαλπάρισε για το Γυαλί. Φθάνοντας στη βίλα, ο Άλκης ζήτησε από τη γυναίκα του να πει του Μάκη να φύγει, επειδή μετά τα γεγονότα που είχαν προηγηθεί δεν είχε το θάρρος να του το ζητήσει ο ίδιος. Η Τζένη όμως τον διαολόστειλε, δηλώνοντάς του ότι ο Μάκης δεν επρόκειτο να φύγει, θα έμενε όσο καιρό ήθελε. Ο Άλκης της είπε επιτακτικά πως αυτός κάνει κουμάντο λόγω της δουλειάς του στο ορυχείο και πως δεν μπορεί να ζει κάτω από την ίδια στέγη μ’ έναν ελεεινό. Η Τζένη ηρέμησε. Νόμισα πως θα δεχόταν καρτερικά το διώξιμο του Μάκη· όμως γελάστηκα. Διότι αμέσως μετά απείλησε τον άντρα της πως αν έφευγε ο Μάκης θα έφευγε κι αυτή μαζί του, κάτι που δεν φάνηκε ν’ αρέσει ούτε στον Άλκη ούτε στον Πάνο που παρακολουθούσε αμίλητος τη σκηνή.

Σε αυτό το σημείο τράβηξα για το δωμάτιό μου, αφήνοντας τους τρεις να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους, βέβαιη πως ο Πάνος δεν θα τολμούσε να πάρει το μέρος κανενός. Οι φίλες μου έκαναν το ίδιο. Ήξερα πολύ καλά ποιος από το ζευγάρι θα νικούσε. Άρα δεν μου φάνηκε καθόλου παράξενο που ο Άλκης όχι μόνο έκανε πίσω στην αξίωσή του να φύγει ο Μάκης αλλά τον δέχτηκε πάλι στο διπλό κρεβάτι. Πέρασαν ώρες. Είχα αϋπνίες και στεκόμουν στη βεράντα καπνίζοντας το τσιγαράκι μου, όταν είδα την Τζένη και το Μάκη να βγαίνουν από το υπνοδωμάτιο. Κατέβηκαν στην αυλή, μπήκαν στο τζιπάκι και η Τζένη κάθισε στη θέση του οδηγού. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά, όταν είδα τον Άλκη να βγαίνει έξαλλος, να παίρνει το ποδήλατο της Τζένης και να τρέχει στο κατόπι τους. Λίγο μετά εμφανίστηκε κι ο Πάνος· καβάλησε τη μηχανή του και τους ακολούθησε.

Ύστερα από όλα αυτά, ξύπνησα τις φίλες μου και τις πρότεινα να διακόψουμε την παραμονή μας στο νησί. Συμφωνήσαμε να μαζέψουμε τα πράγματά μας και να επιβιβαστούμε στο καραβάκι της γραμμής. Ξαφνικά, τα ξημερώματα, εκεί που αγνάντευα τη θάλασσα από τη βεράντα, είδα την Τζένη να καταφτάνει με το τζιπάκι, να βγαίνει και να χειρονομεί προς το μέρος μου από μακριά.

Τρέξε, είπε, έπεσε από ψηλά, γκρεμίστηκε σ’ ένα πηγάδι, τραυματίστηκε βαριά, είσαι γιατρός και μπορείς να του προσφέρεις τις πρώτες βοήθειες.

Καχύποπτη καθώς ήμουν, φαντάστηκα πως κάποιος από τους δύο άντρες έσπρωξε τον άλλο στο κενό. Ποιος όμως είχε πέσει; Ο Άλκης ή ο Μάκης; Μπήκα στο τζιπάκι κι ήταν τέτοια η φόρτιση της στιγμής που δεν ρώτησα την Τζένη να μου μιλήσει για το συμβάν, άλλωστε δεν είχε κανένα νόημα να το κάνω.

Δεν χρειάζεται να πολυλογώ. Ο άντρας που είχε πέσει από ψηλά στο πηγάδι του ορυχείου δεν ήταν ούτε ο Άλκης ούτε ο Μάκης. Ήταν ο Πάνος ο μηχανολόγος, ο οποίος νωρίτερα είχε αποπειραθεί να σκοτώσει το Μάκη με το μαχαίρι του. Εκείνος όμως, ως νεότερος και σφριγηλότερος, είχε καταφέρει να τον απωθήσει και να τον σπρώξει στο κενό. Είχα φτάσει αργά και δεν μπορούσα να τον σώσω, οι ιατρικές μου γνώσεις είχαν αποδειχτεί άχρηστες. Είναι περιττό να σημειώσω ότι το μεσημεράκι πήρα τις φίλες μου και μπήκα στο καραβάκι για κάποιο άλλο νησί, ούσα σίγουρη πως ανάμεσα σε γλύκες και σε καβγάδες το τρίο θα συνέχιζε να συμβιώνει στο διπλό κρεβάτι, απολαμβάνοντας μιαν ευτυχία που σε μένα φαινόταν ακατανόητη.

..