Στρόβιλος 5η ιστορία

Η κυρία με το βιβλίο στο χέρι κι ένα διπλό εσπρέσο μπροστά της διάβαζε τα «Τρομερά Παιδιά» του Κοκτώ. Ένα βιβλίο που της άρεσε να το διαβάζει ξανά και ξανά σε διαφορετικές εποχές και σε διαφορετικές ηλικίες. Οι γονείς της είχαν πεθάνει πρόσφατα ο ένας μετά τον άλλον. Δεν είχε αδελφό, ούτε αδελφή. Δεν είχε ούτε παιδιά. Είχε κάνει ένα γάμο που κράτησε όσο μπορεί να κρατήσει ένας γάμος. Ύστερα από λίγα χρόνια είχε επαναλάβει το ίδιο σφάλμα. Άλλες δύο φορές.  Αυτοί οι γάμοι κράτησαν λιγότερο από τον πρώτο. Παράλληλα ή ανάμεσα στα διαστήματα που ήταν παντρεμένη είχε διάφορες σχέσεις μικρής ή μεγάλης διάρκειας. Το τελευταίο διάστημα ήταν μόνη. Και της άρεσε πολύ. Όχι πως με τους συζύγους της ένιωθε δεσμευμένη. Η κυρία με το βιβλίο στο χέρι έκανε πάντα τη ζωή της. Αλλά αυτή  αδηφάγα λέξη χρειαζόταν πολύ υλικό για να χορτάσει. Όπως και η ίδια κάποτε-και έπειτα γιατί να μην επωφεληθεί; Τόσοι άνδρες ήταν που την ήθελαν. Απέρριψε το ενενήντα πέντε τοις εκατό. Παντρεύτηκε μόνο τρεις. Είχε κάμποσους ακόμα – δεν τους μέτρησε ποτέ. Άλλωστε το θέμα δεν είναι πάντα ποσοτικό. Εκείνη προτιμούσε τα βιβλία της. Αυτά που εξέδιδε ο πατέρας της στον εκδοτικό του οίκο, τον οποίο  είχε κληρονομήσει. Αλλά όχι μόνον αυτά. Τελευταία ασχολιόταν όλο και λιγότερο με τον εκδοτικό οίκο και τα προβλήματά του. Τα πράγματα στον εκδοτικό χώρο δεν πήγαιναν καθόλου καλά, όπως και σε αρκετούς άλλους χώρους, δηλαδή σε όλόκληρη τη χώρα. Αυτή προτιμούσε την αμεριμνησία. Όταν όλα γύρω σου χάνονται δεν έχει νόημα να είσαι κι εσύ ένας ακόμη πανικοβλημένος. Απομάκρυνε το βιβλίο από το οπτικό της πεδίο ώσπου είδε την κινούμενη εφημερίδα με τον τίτλο «Στρόβιλος» να έρχεται καταπάνω της. Σταμάτησε λίγα εκατοστά από το τραπέζι της, κατέβασε λίγο την εφημερίδα και χαμογέλασε. Της χαμογέλασε υποκλινόμενος ελαφρά. Χαμογέλασε και εκείνη. Πήγε να πει «επιτέλους» αλλά κρατήθηκε. -Γιατί δεν κάθεστε; είπε. -Ευχαρίστως, απάντησε εκείνος. Η κυρία με το βιβλίο στο χέρι σκέφτηκε πως δεν έπρεπε να πει τίποτ’ άλλο πριν μιλήσει εκείνος. Εκείνος δεν είπε τίποτα. Της πρότεινε μόνο την εφημερίδα. -Κρατήστε την της είπε. -Ευχαριστώ, είπε εκείνη. Τη δίπλωσε προσεκτικά και την εξαφάνισε κάτω από το  τραπεζάκι της. -Σας διέκοψα από την αγαπημένη σας απασχόληση είπε εκείνος. – Αν εννοείτε το διάβασμα έχετε δίκιο, αλλά καμιά φορά, προτιμώ ένα ζωντανό πρόσωπο απέναντί μου. Ήταν απορροφημένοι στη συζήτησή τους, όταν άρχισαν να βαδίζουν πάνω κάτω γυμνά κορίτσια που έδειχναν μαγεμένα και αμίλητα και αγνοούσαν την ύπαρξη των άλλων. Έτσι το σκηνικό από πραγματικό έγινε ονειρικό. Μπήκε σ’ ένα κάδρο και κρεμάστηκε στον τοίχο μιας έκθεσης παραστατικής ζωγραφικής.