Πείνα

του Ιωνά Σκοτεινού

Καθάρισε τα μάτια του με λευκή κιμωλία.Ύστερα κοίταξε στο ψυγείο του. Λίγα πράγματα. Αλλά εκλεκτά. Χοιρομέρι, καμαμπέρ, τυριά γαλλικά που μυρίζουν ποδαρίλα όπως στο τμήμα που τα πουλάνε στο σούπερ μάρκετ, μουστάρδα ντιζόν, πάπια μισοφαγωμένη σε πιατέλα, σπαράγγια. Πλατάγιζαν τη γλώσσα τους προχθές οι καλεσμένοι του, φουά γκρά, πράσινες, άσπρες, κόκκινες σαλάτες. Το ψυγείο δίπορτο. Στην έσω μεριά της πόρτας σαμπάνιες.

Έκλεισε την τηλεόραση που ούρλιαζε·Να καθίσει στην πολυθρόνα του Γιόχαν Σεμπάστιαν ή του Άρτσι Σεπ; Άνοιξε το βιβλίο που διάβαζε στη σελίδα 25: «Το χειρότερο ήταν πως τα ρούχα μου ήταν σε τόσο ελεεινή κατάσταση και δεν μπορούσα πλέον να παρουσιαστώ για να διεκδικήσω κάποια θέση σαν αξιοπρεπής άνθρωπος.»

  Δεν είχε φαντασία. Αλλά δεν τη χρειαζόταν γι′ αυτόν τον ήρωα που μονολογούσε ασύστολα, που δεν είχε τίποτα ηρωικό. Τι έλεγε δηλαδή, κοινοτοπίες.  Δεν είχε ούτε τα απαραίτητα. Από την πρώτη σελίδα αναρωτιόταν αν πρόσμενε κάτι από κείνη την ημέρα που ξημέρωνε. Αυτός όμως είχε φαντασία.Και  δεν είχε μόνο φαντασία αλλά και φαντασιώσεις. Περπατούσε κι έβλεπε ένα κίτρινο λουλούδι στην μπουντουνιέρα ενός κυρίου που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση και έφτιαχνε με το μυαλό του μια ολόκληρη ιστορία. Απίστευτος τύπος. Κι είχε μέρες να βάλει μπουκιά στο στόμα του. Η κοιλιά του ήταν σαν ξεφούσκωτο τομάρι χωρίς ίχνος λίπους απλωμένο στον ήλιο να στεγνώσει.

Αλλά είχε κάτι που αυτός δεν είχε.

Δεν είχε αξιοπρέπεια. Είχε κάποιο ταλέντο. Ίσως φανερωνόταν πιο κάτω. Αλλά τα πρώτα του ψήγματα ήταν φανερά.045-deneuve-tribe-theredlist

  Ο τύπος δεν είχε καν όνομα. Αυτόν τον έλεγαν Αγι. Τι όνομα. Η μητέρα του επέμενε να τον φωνάζει έτσι. Η μητέρα πέθανε με τ’ όνομά του στο στόμα της.

  Ο πατέρας του τον φώναζε με ολόκληρο το όνομά του. Αισθανόταν περίεργα όταν τον άκουγε και δεν τόλμησε ποτέ ν’ ανάψει μπροστά του τσιγάρο. Μέχρι που έφυγε. Δεν ανεχόταν τη μητέρα.  Έτσι ήταν οι δυό τους. Εκείνη κι αυτός. Η Σοφία και ο Αγις.

  Άναψε το τρίτο τσιγάρο αφότου ξύπνησε αργά το απόγευμα.

  Ήξερε πως ο καθένας επινοεί την καταγωγή του. Φτιάχνει τη μυθολογία του· το ίδιο όπως τα κράτη. Επινοούν. Την καταγωγή τους κι έτσι έχουν ταυτότητα.

Η δική του έγραφε: Αγησίλαος Μανωλόπουλος του Ορέστη και της Σοφίας. Γεννήθηκε το 1962 Μάρτη στις 7. Διαζευγμένος. Αυτά ήταν αρκετά. Τι άλλο.

Αρχιτέκτων

  Βαριόταν. Αφόρητα βαριόταν. Ωστόσο αυτός ο ήρωας του βιβλίου τον ενδιέφερε πιο πολύ από τη Ζέτα με τη μονοκατοικία ανάμεσα στις φτελιές που χθες ή προχθές τον φλέρταρε ασύστολα.

  Ήπιε μια γουλιά εσπρέσο. Το τσιγάρο ανάμεσα στο δείκτη και τον αντίχειρα. Άδειασε τη στάχτη έξω από το τασάκι στο μπορντό χαλί την ώρα που γύριζε σελίδα.

  «Αστραπιαία η αξιοθρήνητη κατάστασή μου ζωγραφίστηκε για μια ακόμα φορά μπροστά στα μάτια μου».

  Μια παραδοχή. Τολμηρή παραδοχή. Κοινότατη φράση.

  Ποτέ δεν του άρεσε να ταυτίζεται με τους ήρωες των μυθιστορημάτων που διάβαζε. Τελικά είχε διαλέξει Αρτσι Σεπ.

  Είχε όλα όσα δεν είχε ο τύπος στο βιβλίο. Εκτός φυσικά από τα απαραίτητα. Κατ’ αρχήν είχε οικογένεια, όνομα, επάγγελμα, σπίτι, χρήματα, γκόμενες, πρώην σύζυγο· είχε παραπάνω από τα απαραίτητα.

Δεν είχε ταλέντο. Αλλά δεν πεινούσε. Δεν είχε προοπτική αλλά δεν πεινούσε.

Δεν είχε παρά μια βαρετή ζωή· όλο απουσίες. Ματαιώσεις. Δεν πεινούσε. Είχε να φάει με το παραπάνω και όταν ξυπνούσε ήξερε τι μέρα του ξημερώνει.

Αν ήθελε να φύγει ταξίδι έφευγε.

  Ο τύπος στο βιβλίο πεινούσε. Ήθελε να γράψει. Είχε την πετριά. Ήθελε να γίνει συγγραφέας. Έδινε κείμενα σε εφημερίδες. Έγραφε για να τρώει. Αλλά τα πρώτα κιόλας λεφτά που κέρδισε τα χάρισε σ’ έναν φτωχό.

  Λες κι αυτός δεν ήταν φτωχός.

   Τα βιβλία έχουν χάρτινες ιστορίες, χάρτινους ήρωες. Λένε υπερβολές οι συγγραφείς για να εντυπωσιάσουν ενώ οι αρχιτέκτονες κτίζουν, οικοδομούν.

Κι αυτός είχε σχεδιάσει σπίτια και κτίρια για να στεγασθούν γραφεία.

Αυτός είχε χτίσει και το σπίτι της Ζέτας εδώ και 10 χρόνια. Όταν ακόμα ήταν παντρεμένος. Κι εκείνη το ίδιο.

Τι σχέση έχει αυτός με τους συγγραφείς. Κάθε γραμμή που χαράζει, κάθε ώρα που σπαταλά πάνω στο σχεδιαστήριο του απέφερε αρκετά. Παλιότερα πολύ περισσότερα.

Ενώ αυτός σαν συγγραφέας δεν θάβλεπε ποτέ του δεκάρα τσακιστή.

Σταμάτησε. Έστρεψε το βλέμμα σ’ ένα βάζο. Δεν του θύμιζε τίποτα.Δεν ένιωθε τίποτα κοιτάζοντάς το.Οτι έβλεπε ήταν αυτό που ήταν.

Άνοιξε τη μπαλκονόπορτα.Η βραδιά ήταν χλιαρή, ελάχιστα υγρή. Τίποτε περισσότερο

Η τηλεόραση. Μια τεράστια 50΄ ιντσών. Το κρεββάτι. Ένα κρεββάτι.Το κρεβάτι του.  Το χαλί είχε χρώμα μπορντώ. Η κουζίνα με πάγκο στη μέση και εκτυφλωτικό φως. Τα φρούτα στην πιατέλα νεκρή φύση, αλλά ποιανού ζωγράφου; Κάθε αντικείμενο δεν είχε το παραμικρό πράγμα πίσω του. Ήταν αυτό και τίποτα παρά πέρα.

Εν πάσει περιπτώσει έτσι σκεφτόταν όλος ο κόσμος. Έτσι ζούσε όλος ο κόσμος. Ή ο περισσότερος κόσμος. Κάποιος κόσμος στην τάξη τη δική του.

Η κοινωνία είχε τάξεις. Αυτοί, εκείνοι, οι άλλοι.

Όταν γεννήθηκε έτσι ήταν ο κόσμος. Να γεννιέσαι. Να μεγαλώνεις. Να σπουδάζεις. Να δουλεύεις για να βγάλεις χρήματα. Να ζεις. Αν θες ευθύνες, παντρεύεσαι και κάνεις παιδιά. Αν δεν αντέχεις τη μοναξιά βρίσκεις συντροφιά.

Πώς τόλεγε εκείνος ο ουτοπιστής που τον εκτέλεσαν; Τόμας Μουρ, στην ουτοπία του.

Οι 4 ανάγκες, φαί, σεξ, αφόδευση, ούρηση. Αυτά τα 4 πράγματα κι όλα είναι απλά. Αλλά υπάρχει και η δυσκοιλιότητα, ο προστάτης, μεσολαβεί και η πέψη. Δεν είναι καλή πάντα. Δε λειτουργεί σωστά το στομάχι. Νευρώσεις. Οιδιπόδεια. Βίτσια. Τα αγαθά παραπάνω απ’ όσα χρειάζεσαι. Το φαΐ εκλεκτό αλλά πολύ. Το πιοτό το ίδιο. Δυσοίωνα όνειρα. Απώλειες.

Έλλειψη νοήματος.

Κι ο Τόμας Μουρ βγαίνει οφ.

Η ουτοπία του το ήξερε δεν θα πραγματοποιείτο. Την πλήρωσε με τη ζωή του. Ενώ ο Καστοριάδης τη γλίτωσε την κρεμάλα έζησε σε άλλη εποχή.

Μα τι λοιπόν. Η ανάγκη μόνο, το νόημα

Έτσι χωρίς νόημα όλα πάνε περίπατο.

Η πολυπλοκότητα το βάθος, η ουσία, η ηθική, η κοινωνία, οι άλλοι.

Να πάνε όλα στο διάολο.

Αύριο θα πάει εκδρομή μόνος του κι αυτός ο ανώνυμος ήρωας να πεθάνει από την πείνα. Να καεί στην πυρά. Να μπει στους φούρνους με Ζίνγκλον· και ο διοικητής του στρατοπέδου ν’ ακούει Μότσαρτ την ώρα που δίνει τη διαταγή και στέλνει τους Εβραίους στους φούρνους.

Αυτός ο κόσμος δεν θ’ αλλάξει ποτέ, καλύτερα γι′ αυτόν. Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο άλλωστε ένας άντρας που κοιτάει τα νύχια και δεν βλέπει τη μύτη του. Πώς να δεις τη μύτη σου στο σκοτάδι.

Άδειασε το υπόλοιπο του εσπρέσο του στο νεροχύτη. Ειδική παραγγελία. Μαρμάρινος. Έβαλε τις φωνές στην καθαρίστρια όταν δεν τα καθάριζε καλά. Μια Ρωσίδα Γεωργιανή όλο μουρμούριζε ρώσικα τραγούδια χορευτικά και λάτρευε τον Στάλιν.

Άκου να δεις. Μα πως ζούσε ο κόσμος. Ο πατερούλης. Για φαντάσου δηλαδή κι ότι είχε σταθεί στο Βιβλιοπωλείο τις προάλλες και διάβασε μερικές αράδες από μια βιογραφία του Στάλιν. Αγιογραφία. Καταδικασμένος από την ιστορία για πάντα. Έτσι που κανείς να μη μπορεί να του βρει κανένα ελαφρυντικό όπως ακριβώς ο Χίτλερ. Σε έναν ιστορικό καιάδα. Ώστε να μη μπορούν αυτοί οι δυο τουλάχιστον να ζωντανέψουν ξανά. Αλλά όσο πιο βαθιά χωμένοι βρίσκονται στην Ιστορία της Ασχήμιας του Ερέβους τόσο πιο πολύ αναδύεται η κληρονομία τους και η μπόχα τους βρομίζει την καθημερινή ζωή.

 Η μνήμη, η συλλογική χάνεται. Η συνείδηση κονταίνει. Οι ασχολίες πολλές και αν δεν έχεις τις επινοείς. Οι ιδεολογίες καταρρακωμένες.

  Η στάχτη πάνω στο μπορντώ χαλί ένας ομοιόμορφος κύλινδρος μια στήλη έτοιμη να διαλυθεί σάλιωσε τη μέσα πλευρά του δείχτη. Έπιασε αυτή τη στάχτη καμμένο υπόλειμμα καπνού και την πέταξε στο τζάκι.

Μπήκε στο μπάνιο. Γέμισε τη μπανιέρα. Μαρμάρινη κι αυτή.

19488_762697970492608_4176953307936057045_n

Σε λίγο θα γδυνόταν και θα βύθιζε το κορμί του στο σαπουνόνερο.

Η Φένια –αν ήταν εκεί θάναβε ρεσό γύρω – γύρω. Αυτουνού του φαινόταν σαν να ήταν νεκρός και τον ξενυχτούσαν.Λες η Φένια να σκεφτόταν το θάνατό του κι έφτιαχνε έτσι το κατάλληλο σκηνικό;

 Σαχλαμάρες και να το σκεφτόταν πάει τέλειωσε. Της έδωσε όσα περισσότερα μπορούσε για να την ξεφορτωθεί μια και καλή κι αυτή δεν ξαναφάνηκε έμαθε καιρό μετά πως απομυζούσε άλλον.

Αλλά ούτε μ’ αυτόν έκανε παιδί. Για να χάσει μη χάσει τη σιλουέτα της; Αχόρταγη για σεξ και χρήμα. Ειδική στις ίντριγκες.

Τώρα είχε ξεμπερδέψει. Μέχρι την επόμενη.

Με τη Φένια πάντως δεν έπληττε. Δεν ένιωθε μοναξιά. Όταν το κορμί της κουλουριαζόταν μέσα στους βραχίονές του.

Ακόμα κι όταν έκαναν σεξ με άλλους. Ήταν μαζί οι δυό τους. Συνομώτες και συνένοχοι.

Τον κοιτούσε πάντα στα μάτια. Όταν έχανε το κουράγιο του τον στήριζε. Του έδινε το χέρι της να σηκωθεί. Ήταν πιο δυνατή απ’ αυτόν. Πιο έξυπνη. Πιο πολύπλοκη κι ας είχε παρατήσει τη δουλειά της κάποια εποχή.

Έμαθε τώρα πως ξανάνοιξε τη γκαλερί. Πως οι επιλογές της ήταν, στο μεγαλύτερο ποσοστό, πετυχημένες. Οι καλοθελητές όλα του τα πρόφταιναν. Κι αυτός τους έκλεισε απέξω και ησύχασε κι αυτός κι εκείνοι. μπλοκ στο Fb.

Έκλεισε και τον λογαριασμό που είχε, άλλαξε προφίλ.

Πήρε το βιβλίο καθώς ήταν ξαπλωμένος στη μπανιέρα. Άνοιξε εκεί στην τσακισμένη σελίδα και παρακολούθησε τον ήρωα να παίρνει από πίσω δυό φίλες. Να τις παρενοχλεί.

Αυτός ποτέ δεν είχε κάνει κάτι τέτοιο. Ποτέ δεν είχε συρθεί πίσω από μια γυναίκα. Ακόμη και όταν το είχε ανάγκη. Άκουγε τότε το τραγούδι του Ζακ Μπρελ.

Ne me quite pas κι ένιωθε όπως αυτός ο σπουδαίος γυναικοκατακτητής που όλο γύριζε και ξαναγύριζε γύρω από εκείνην, την ίδια γυναίκα.

Αλλά δεν τολμούσε να πάει να τη βρει. Να την πάρει τηλέφωνο. Ποτέ. Να δείξει την αδυναμία του, ποτέ.

Ο τύπος λοιπόν στο βιβλίο είχε κότσια. Είχε ξεφύγει βέβαια του είχε σαλέψει. Από την πείνα. Μέσα στο στομάχι του οι στοές ήταν γεμάτες υγρά. Το βάδισμα του ήταν γοργό αλλά αβέβαιο. Το βλέμμα του θολό. Η ανάσα του ακουγόταν σφυριχτή σαν κάποιο θηρίο να κατάπινε αντί γι′ αυτόν το κενό μέσα στο στομάχι του.

Αν είχε φαντασία θα ένιωθε όπως αυτός. Αλλά δεν είχε. Δεν είχε ούτε μνήμη. Αλλά και τίποτα να την αναπληρώνει.

Κι αυτός ένιωθε ένα κενό.

Αλλά όχι στο στομάχι. Κάπου ψηλότερα. Αλλά και κάτω από τη μέση. Ανάμεσα στα σκέλια του κι ας μην είχαν περάσει ούτε σαρανταοκτώ ώρες αφότου γάμησε τη γραμματέα του στο γραφείο. Ένιωσε να ορθώνεται το μέλος του και να σκάει μύτη έξω από το νερό.

Τώρα δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς.

Η χλιαρή νύχτα. Η θύμιση της Φένιας. Το κορμί της, ο τύπος στο βιβλίο που του είχε σαλέψει από την πείνα.

Όσο και να μην είχε φαντασία… κάτι σάλευε εδώ και μερικά λεπτά στα ροζ νεύρα του μυαλού του.

Κάτι τροφοδοτούσε τα κόκκινα αιμοφόρα αγγεία του πέους του. Τον χάιδευε. απαλά. Ύστερα βάλθηκε να ανεβοκατεβάζει το χέρι τουτον είχε χουφτώσει σφιχτά, πάνω κάτω σαν έμβολο.

Και το νερό πηδούσε κι αυτό γύρω-γύρω κι ήταν ζεστό ακόμα.

Τον είχε αδράξει πιο σφιχτά απ’ ότι έπρεπε. Η καρδιά του χτύπησε στο στήθος του σαν άλλο ρολόι τοίχου που είχε χάσει το λογαριασμό της ώρας, ένα ρολόι χωρίς μέτρο είναι ένα άχρηστο ρολόι.

Ο πούτσος ζάρωσε απότομα, συρρικνώθηκε υποχώρησε και η χούφτα του έμεινε κενή. Τώρα ήταν ράκος.

Βγήκε απ’ τη μπανιέρα παραπατώντας.

Πάτησε πάνω στο χαλίκι. Ισορρόπησε. Σκουπίστηκε. Δεν έβγαλε άχνα το κορμί του.

 Πήγε στο κρεββάτι. Η μπαλκονόπορτα ήταν ακόμη ανοιχτή. Ένα χλιαρό αεράκι έμπαινε τώρα απ’ τη νύχτα.

  Τα ρολόγια του σήμαναν μαζί και τα τρία 3 το πρωί.

Πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Έπεσε στο κρεβάτι σαν άδειο σακί.

Κουκουλώθηκε έκλεισε τα μάτια σαν παιδί που φοβόταν μην έρθει το σκοτάδι και προτίμησε να βλέπει ανταύγειες. Τάσφιξε –όπως τότε που φώναζε τη μαμά κι εκείνη πάντα τον άκουγε.

«Μαμά φοβάμαι το σκοτάδι!»

Τώρα ψιθύρισε. Φοβάμαι το κενό.

Δεν θα συνέχιζε την ανάγνωση της «Πείνας» του Χάμσουν. Του έκανε κακό. Εν πάσει περιπτώσει του ξυπνούσε κάτι που έπρεπε να κοιμηθεί στο σκοτάδι.

Τον πήρε ο ύπνος αμέσως.

Όταν έπαιρνε μια απόφαση αυτός έπρεπε να την τηρήσει.

Έτσι του είχε μάθε η Σοφί